18/6/17

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση της Μάρως Φασουλή με τίτλο Πικνίκ στη Βόρεια Κορέα που πραγματοποιείται στην CAN Christina Androulidaki Gallery (Αναγνωστοπούλου 42, Κολωνάκι, Αθήνα) Μέχρι 1/7. Φωτογραφίες: Δημήτρης Φουτρής

Μάρω Φασουλή, Cell, 2017, υφαντό από τη Βόρεια Κορέα, 102 x 133 εκ.

Σχέδια, όνειρα και αποφάσεις των μαθητών Λυκείου

ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Διαδρομές του βίου μετά το λύκειο: Λήψη απόφασης, ταυτότητες και ρίσκο στην εφηβεία, Πάτρα, εκδόσεις  Opportuna, σελ. 332

Πώς αποφασίζουν για τη σχολική τους διαδρομή οι έφηβοι στο Λύκειο και πώς επιλέγουν να πορευτούν στη συνέχεια; Πώς κατασκευάζουν τις ταυτότητές τους και, συνακόλουθα, πώς ενεργούν; Αυτά είναι τα δύο κεντρικά ερωτήματα του πονήματος του κοινωνιολόγου-εκπαιδευτικού Μιχάλη Χριστοπούλου, στηριγμένο σε εκτενή έρευνα που εκπόνησε στο πλαίσιο της διδακτορικής του διατριβής στο πανεπιστήμιο Πατρών.
Πρόκειται για εξαιρετικά πρωτότυπη εργασία σ’ ένα θέμα ελάχιστα μελετημένο στην Ελλάδα και σ’ ένα γνωστικό πεδίο, την Κοινωνιολογία, που δεν ευδοκίμησε ιδιαίτερα στα καθ’ ημάς καθώς οι έρευνες, αρκετές αν όχι οι περισσότερες, ήταν και παραμένουν, χωρίς θεωρία και μέθοδο, ενίοτε, κακομεταφρασμένες μεταφορές μελετών γνωστών ερευνητών, συνήθως δυτικοευρωπαίων και βορειοαμερικανών.
Ο Χριστοδούλου γνωρίζει καλά τι κάνει και πώς να το κάνει. Βήμα το βήμα στοχάζεται σε θεωρητικά ρεύματα και αναλυτικά εργαλεία που θα του επιτρέψουν να προσεγγίσει το θέμα του, να συγκροτήσει τα ερωτήματά του και να παράξει το υλικό του. Προβαίνει σε μια άκρως ενδιαφέρουσα σύνθεση προσεγγίσεων, της Συμβολικής Διαντίδρασης, της Φαινομενολογίας και του Κριτικού Δομισμού εμπλουτίζοντας τες με στοιχεία της Ριζοσπαστικής Κοινωνιολογίας του W. Mills. Οδηγείται έτσι σε μία πρωτότυπη θεώρηση του υποκειμένου και της σχέσης του τόσο με την προσωπική του διαδρομή όσο και το περιβάλλαν του/ Προσεγγίζει την πράξη ως σύνθεση βιωμένων και ενσώματων διαδικασιών οι οποίες αποκτούν περιεχόμενο και νόημα στο εσωτερικό θεσμών, της ανταλλαγής με τους άλλους και της εμπειρίας. Πριμοδοτεί τη συνάντηση της ατομικής αφηγηματικής λογικής δια της οποίας το άτομο κατανοεί τον εαυτό του με τις θεσμικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες οι οποίες τις πλαισιώνουν.

Ο Άμλετ του Κοσμά Πολίτη

ΤΟΥ ΒΑΛΤΕΡ ΠΟΥΧΝΕΡ

Μάρω Φασουλή, Unknown Relatives, 2017, ρολά αρχιτεκτονικών σχεδίων, θήκες και σκοινί, 120 x 62 x 220 εκ. 


WILLIAM SHAKESPEARE, Άμλετ. Το κείμενο της παράστασης του «Πειραματικού Θεάτρου» της Μαριέττας Ριάλδη, 1971-1972. Μετάφραση Κοσμάς Πολίτης. Επιμέλεια-Σημειώσεις-Επίμετρα Σταυρούλα Γ. Τσούπρου, Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη, σελ. 187

Πρόκειται για μια εξαιρετικά φροντισμένη έκδοση, η οποία παρουσιάζει ένα διπλό ενδιαφέρον: 1) διασώζει μια δραματική μετάφραση του Κοσμά Πολίτη, του σαιξπηρικού Άμλετ, έργο που έχει στοιχειώσει, λίγο-πολύ, τη νεοελληνική σκηνή, και ως διακείμενο βρίσκεται σε δεκάδες λογοτεχνικά έργα, και μάλιστα αυτού του ιδιότροπου εκπροσώπου της γενιάς του ’30 (που έφυγε από τον κόσμο τούτο το 1974), και 2) η μετάφραση αυτή είναι το πολυγραφημένο κείμενο μιας από τις πιο βασικές παραστάσεις του «Πειραματικού Θεάτρου» της Μαριέττας Ριάλδη κατά την Επταετία, όπου είχε αναλάβει η διευθύντρια του εναλλακτικού αυτού θεατρικού σχήματος και τη σκηνική παρουσίαση του κεντρικού αντρικού ρόλου του έργου, μιμούμενη την Ευαγγελία Παρασκευοπούλου και τη Sarah Bernhardt. Όπως καταλαβαίνει ο αναγνώστης από την πρώτη σελίδα του κειμένου, που παρατίθεται ευθύς αμέσως στην αρχή του βιβλίου (σ. 11-76), αρχίζοντας με τη δεύτερη σκηνή της πρώτης πράξης, δεν πρόκειται για ολόκληρη τη μετάφραση του έργου, αλλά για το συντομευμένο δακτυλόγραφο κείμενο της συγκεκριμένης παράστασης· το κείμενο ολόκληρου του έργου πρέπει να θεωρηθεί οριστικά χαμένο και δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς το φιλοτέχνησε ο συγγραφέας. Η ιδιαίτερη σχέση του με το έργο του Σαίξπηρ, το συγκεκριμένο και άλλα δράματά του, τεκμηριώνει και η λογοτεχνική του παραγωγή, κυρίως τα πεζογραφήματά του, όπου υπάρχουν νύξεις και αναφορές, παραθέματα και διακειμενικά παιχνίδια σχετικά με τον άγγλο κλασικό, αλλά ο συγγραφέας γνώριζε προφανώς και άλλες ελληνικές μεταφράσεις του Άμλετ. Το ίδιο το κείμενο είναι σε πεζό λόγο, μετατρέπεται συχνά όμως και σε στίχο και μάλιστα με ομοιοκαταληξία. Ο φιλολογικός υπομνηματισμός της επιμελήτριας της έκδοσης σε 339 σημεία της μετάφρασης είναι εξαιρετικός (σ. 79-110) και καταπιάνεται με πολλά ειδικά θέματα, τόσο της ιδιότυπης ορθογραφίας και της μετάφρασης, όσο και με τον σχολιασμό των λεκτικών επιλογών στην απόδοση όρων του αγγλικού προτύπου, που συγκρίνονται κιόλας με άλλες ελληνικές μεταφράσεις. Το αρχικό δακτυλόγραφο (συνολικά ήρθαν στα χέρια της τέσσερα αντίγραφα από τη συγκεκριμένη παράσταση) της Μαριέττας Ριάλδη (που πέθανε το 2013) διαθέτει και ορισμένα ίχνη της επεξεργασίας εκ μέρους της σκηνοθέτιδος, προετοιμάζοντας την παράσταση. Με την έκδοση αυτή ένα σημαντικό ντοκουμέντο της ιστορίας του θεάτρου κατά την επταετία (βλ. τώρα G. van Steen, Stage of Emergency. Theater and Public Performance under the Greek Military Dictatorship of 1967-1974, Oxford, Oxford University Press, 2015) γίνεται γνωστό και προσιτό στη Θεατρολογία, δεδομένου ότι η παράσταση αυτή είχε μεγάλη επιτυχία και εκλαμβανόταν από το κοινό ως ελισαβετιανή revenge tragedy με σαφή υπονοούμενα για την τότε πολιτική κατάσταση.

Τα Δεκεμβριανά: Από το «γιατί» στο «πώς»

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗ

Π. ΒΟΓΛΗΣ, Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Τ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ, Μ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ (επιμ.), Δεκέμβρης 1944: Το παρελθόν και οι χρήσεις του, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2017, σελ. 312

Αποτελεί, μάλλον, ένα ιστοριογραφικό παράδοξο το γεγονός ότι τα «Δεκεμβριανά», η ένοπλη εμφύλια σύγκρουση στους δρόμους και τις γειτονιές της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944, κατέχουν συγκριτικά μικρό μέρος τής, κατά τα λοιπά, ογκωδέστατης επιστημονικής βιβλιογραφίας για τη δεκαετία του 1940, τόσο της παλαιότερης όσο και της πρόσφατης και κατά πολύ πλουσιότερης.
Είναι παράδοξο, αφενός, γιατί η σύγκρουση αυτή άφησε πολύ έντονο το αποτύπωμά της στο σώμα της ίδιας της πόλης –μια περιδιάβαση σε γειτονιές όπως τα Εξάρχεια ή η Καισαριανή, π.χ., με το βλέμμα στραμμένο στους τοίχους των παλιών τους κτιρίων, βεβαιώνει του λόγου το αληθές– αλλά και στη μνήμη της. Για τον αστικό κόσμο της πόλης, εμφύλια τραυματική μνήμη αποτελεί η μάχη της Αθήνας, όχι εκείνη του Γράμμου: τα βουνά του εμφυλίου πολέμου ήταν μακριά· κοινωνικά, το ίδιο μακριά ήταν και οι αντιμαχόμενοι, που προέρχονταν κατά κύριο λόγο από αγροτικά και λαϊκά στρώματα.
Αφετέρου, κατά τη διάρκεια της μετεμφυλιακής περιόδου, η μνήμη που θα ανασύρεται στον δημόσιο λόγο προκειμένου, εργαλειοποιημένη, να χρησιμεύσει ως «φόβητρο» είτε στον αντιαριστερό λόγο των αστικών κομμάτων είτε στις αντιπαραθέσεις μεταξύ Κέντρου και Δεξιάς θα είναι εκείνη των Δεκεμβριανών –και τα ετήσια μνημόσυνα στου Μακρυγιάννη θα αποτελέσουν την κατεξοχήν αθηναϊκή τελετή μνημόνευσης των «μαρτύρων» και των «ηρώων» της αστικής παράταξης.
Γιατί, λοιπόν, τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν μια «μαύρη τρύπα» της ιστοριογραφίας, όπως τη χαρακτήριζε ο Άγγελος Ελεφάντης; Πιθανόν γιατί μονάχα πολύ πρόσφατα άρχισαν να μελετώνται σαν αυτόνομο ιστορικό γεγονός και όχι, όπως έγραφε ο ίδιος, σαν «ουρά της αντίστασης» ή σαν «πρελούδιο του εμφυλίου».

Αναζητώντας το Κλειδί

Το νέο βιβλίο της Τζίνας Πολίτη από τις εκδόσεις Ερατώ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Δαιμονοποίηση και εξιδανίκευση του Νότου. Ένα λογοτεχνικό ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο
Περί διαφθοράς
«Εγώ είναι ένας άλλος»: Σαίξπηρ: 1616-2016
Το χάρισμα των γλωσσών και η ευθύνη της δημοσιογραφικής βιβλιοκρισίας
Tο βέλος του χρόνου
Η ποιητική του αρχείου
Αναζητώντας το κλειδί
Τα πηγάδια της μνήμης
Αφιερωμένο στην Αντιγόνη
Η εκκένωση
Τάδε λέγει Κύριος… Το «βδέλυγμα»
Η ιδέα ενός άλλου πανεπιστημίου
Ο συγγραφέας σε περιβάλλον κρίσης

Τα κείμενα του παρελθόντος ανταποκρίνονται στα ερωτήματα που τους θέτει το παρόν. Η απάντηση δεν προσφέρεται από το περιεχόμενο αλλά από τις διασυνδέσεις του κειμένου με τα συμφραζόμενα της εποχής που το παράγει και στην παραγωγή της οποίας συμμετέχει. Το «κλειδί» βρίσκεται πάντα στη μορφή. Αυτή καθορίζει αν το κείμενο συμμορφώνεται με τις επιταγές της ελίτ, ή αν αντιστέκεται.
Το πρώτο δοκίμιο του τόμου ίσως βοηθήσει το αναγνωστικό κοινό να δει μιαν άλλη πλευρά του Brexit!

Ήξερε ελληνικά ο Σολωμός;

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΟΖΑΝΗ

Μάρω Φασουλή, Χωρίς τίτλο, 2017, μικτή τεχνική σε χαρτί κολλημένο σε ξύλο, 40 x 25 εκ. 


Προδημοσίευση από το βιβλίο του Στέφανου Ροζάνη, Σολωμικά, που, μετά από πολλά χρόνια, κυκλοφορεί αυτές τις μέρες σε νέα έκδοση, από τις εκδόσεις Poema

Η σύγχυση γύρω από τη μορφή και το ύφος της Σολωμικής γλώσσας αποτέλεσε, χρόνια τώρα, ένα από τα ισχυρότερα και τα πλέον δραστικά στοιχεία στο πλέγμα της μυθολογίας που ο εξαναγκαστικός χαρακτήρας της συγκρότησης μιας χαλκευμένης νεοελληνικής φυσιογνωμίας στηριγμένης επάνω στα ερείπια ενός προκατασκευασμένου παρελθόντος και στις ψευδαισθήσεις ενός παραποιημένου παρόντος εξύφανε, αγκαλιάζοντας ασφυκτικά το έργο του ποιητού και αποδίδοντάς του τις ποιότητες μιας ιδεολογικής προκατάληψης, η οποία σαν σκιά το ακολούθησε στην περιπέτειά του μέσα στην ψυχή και τη μνήμη των μεταγενεστέρων.
Αυτή η σύγχυση ο Γιώργος Σεφέρης την εδραίωσε τελειωτικά, εκφράζοντας, επιγραμματικά σχεδόν, την κατεύθυνση που όφειλε να ακολουθήσει:
«Ο Κάλβος είναι ένα όριο, συλλογιζόμουνα, όπου η γλωσσική αφαίρεση αφήνει σχεδόν άναρθρη φωνή και γραμμές στον ουρανό· κατά βάθος είναι αμίλητος. Αλλά και ο Καβάφης είναι ένα όριο όπου η ποίηση απογυμνώνεται προσεγγίζοντας την πρόζα. Και ο Σολωμός ένα όριο όπου η ποίηση εξαγνίζεται προσεγγίζοντας το ανέκφραστο. Οι τρεις μεγάλοι πεθαμένοι ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά».
Μέσα στη φράση «δεν ήξεραν ελληνικά» συμπυκνώνεται η ανικανότητα όχι μόνο της «γενεάς του ’30» αλλά και των μετέπειτα να αναγνωρίσουν τον εκφραστικό πυρήνα των ποιητών μας (του Σολωμού, του Κάλβου αλλά και του Καβάφη ακόμη), το πραγματικό δηλαδή πρόβλημα που ανακύπτει οξύτατο από την ανάγνωση του έργου των, αλλά συγχρόνως επικυρώνεται η αγχώδης προσπάθεια να συγκαλυφθεί το πρόβλημα με τη μετάθεση του αναφορικού του άξονα στον ιδεολογικό χώρο που οριοθετεί την ελληνικότητα σε αντιδιαστολή και αντίθεση προς την πνευματική κληρονομιά του Δυτικού ανθρώπου, από την οποία άβυσσος οφείλει να χωρίζει τη γνήσια εθνική, γλωσσική και πνευματική παράδοση του κόσμου του ελληνικού, εκφρασμένου μέσα από τον μακρυγιαννισμό της επανάστασης, τον ξεριζωμό του ελληνισμού της διασποράς και τις ανατολικές του μνήμες, καθώς και την καθαρότητα της γλωσσικής, ψυχικής και συναισθηματικής ορθοδοξίας.

Ινδικοπλεύστης

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ

Μάρω Φασουλή, Χωρίς τίτλο, 2017, μικτή τεχνική σε χαρτί κολλημένο σε ξύλο, 40 x 25 εκ. 


Γιώργος Βέης, Ινδικοπλεύστης. Μαρτυρίες –παρεκβάσεις, εκδ. Κέδρος, 2017

Σαν τον βυζαντινό εκείνο Ινδικοπλεύστη, του  6ου αι. μ.Χ.,  έμπορο από την Αλεξάνδρεια, ο Γιώργος Βέης, ταξιδιώτης, διπλωμάτης, ποιητής και δοκιμιογράφος, διαπλέει τα Άπω νερά και συλλέγει εμπειρίες. Ο Ινδικοπλεύστης είναι  το όγδοο ταξιδιωτικό βιβλίο του.
Εκείνο που, σε όλα τα βιβλία του Βέη βλέπει ο αναγνώστης, είναι η συνεχής ανταπόκριση του εδώ με το εκεί.  Μπορεί, λόγου χάριν, να μιλάει για το Μπάλι και στη μυθολογία του να ανακαλύπτει μια ιστορία, όπου ένα μικρό παιδί με  υπερφυσικές δυνάμεις, ο Κεσούα, για παράδειγμα, να θυσιάζεται για κάποιον ιερό σκοπό, ο δημιουργικός νους του παράλληλα ανατρέχει  στην Ιφιγένεια ή στον Ισαάκ.
 Ο τόμος μοιάζει να αποπνέει έναν αέρα που έρχεται από μακριά. Ανατολίτικον. Νέες αισθήσεις ερεθίζουν το οξυμένο  πνεύμα του συγγραφέα. Από τη ρίζα της μυθολογίας, αντιληπτό αν και αόρατο, το μεταφυσικό καλύπτει τα κενά.  Ευρηματική φαίνεται και η αντίληψη ότι τα χρώματα έχουν και ιδιότητες που δεν φαίνονται. Φωτίζουν και αδιόρατες πλευρές,  όπως οι πολύχρωμες ομπρέλες με τα «δοξαστικά χρώματα των τελετών» στα μουσουλμανικά νεκροταφεία. Η εσωτερικότητα του κάθε αντικειμένου  αντανακλά στην εσωτερικότητα του παρατηρητή, ο οποίος  καλείται να ερευνήσει  το «Θάμπος ενός απρόσιτου άλλου».
Χαρακτηριστικό του τόπου ακόμη και η συνέπεια των φυσικών φαινομένων. Η βροχή έχει τη συνηθισμένη ώρα της και είναι πάντα πιστή στα ραντεβού της. Για όλα υπάρχει η φράση «Σιν κιεν κιεν», που σημαίνει πως όλα είναι εντάξει. Εντάξει είναι και τα ηφαίστεια, οι ταραχοποιοί δαίμονες, με τα οποία οι κάτοικοι είναι εξοικειωμένοι.

Ιστορίες τεσσάρων φίλων

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ

HANYA YANAGIHARA, Λίγη Ζωή,Εκδόσεις Μεταίχμιο

Σε αμηχανία φοβάμαι ότι θα βρεθεί ο Έλληνας αναγνώστης κι ο Έλληνας κριτικός απέναντι σε αυτό το μυθιστόρημα. Κι αυτό για πολλούς λόγους.
Ένα τέτοιο βιβλίο δεν υπήρχε περίπτωση να βρει εκδότη στην Ελληνική αγορά, ακόμα κι εάν πλήρωνε ο συγγραφέας κι επομένως είναι κάτι ασυνήθιστο κι εξωτικό για τον Έλληνα αναγνώστη. Πρώτον, λόγω μεγέθους (890 σελίδες στην Ελληνική μετάφραση). Δεύτερον,  λόγω θεματολογίας. Οι ιστορίες τεσσάρων φίλων από το Πανεπιστήμιο, εκ των οποίων κάποιοι είναι gay, δεν υπόσχονται κάποια συγκλονιστική δράση και πραγματικά δεν την δίνουν. Τρίτον, λόγω της σχεδόν παντελούς έλλειψης κάθε ερωτικής ιστορίας. Οι ερωτικές σχέσεις, όπου υπάρχουν, αφορούν ομοφυλόφιλους και εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο που, όπως φαίνεται, εντάσσει όλα της τα γραπτά η Yanagihara, αυτό δηλαδή της παιδικής κακοποίησης. Τέταρτον, λόγω της αφόρητης πολλές φορές φλυαρίας, που οδήγησε ακόμα και τον επιμελητή της Αμερικάνικης έκδοσης μάταια να της προτείνει να κόψει το 1/3 των σελίδων.  Και πέμπτον, λόγω της συναισθηματικής υπερβολής, η οποία, σύμφωνα με συνέντευξη της συγγραφέως, ήταν και στόχος του πονήματος, ωστόσο δίνει μια χροιά άρλεκιν στο πολυσέλιδο μυθιστόρημα και φέρνει στο νου το «χωρίς οικογένεια» του Έκτορος Μαλό ή άλλα συγκινησιακά βιβλία περί παιδικής κακοποίησης.
Η περίληψη των 900 μεγάλων σελίδων είναι μια πολύ εύκολη υπόθεση, αφού αυτά που συμβαίνουν στην διάρκειά τους είναι ελάχιστα. Τέσσερις νέοι γνωρίζονται και γίνονται φίλοι. Έχουν όλοι υψηλές φιλοδοξίες και στο τέλος, ως εκ θαύματος, όλοι δικαιώνονται. Ο ένας γίνεται σπουδαίος ηθοποιός, ο άλλος διάσημος ζωγράφος, ο τρίτος τρομερός αρχιτέκτονας κ.ο.κ., αφήνοντας σε εκκρεμότητα το ερώτημα, αφού στην Αμερική όλοι πετυχαίνουν στα ευγενή επαγγέλματα που επιλέγουν, πού βρίσκονται όλοι εκείνοι που κάνουν κατώτερες δουλειές, οι εργάτες οι ελαιοχρωματιστές  και ποιοι είναι αυτοί που αποτυγχάνουν σε μια χώρα τόσο απόλυτης επιτυχίας. Ο Τζούντ, ο βασικός πρωταγωνιστής, αποκαλύπτεται ότι κακοποιούνταν από κάποιον ιερέα παραχρισιανικής ή χριστιανικής οργάνωσης και τα πολλαπλά ψυχολογικά του προβλήματα τον οδηγούν να «κόβει» τον εαυτό του, ιδέα που χρησιμοποίησε και η Τζίλιαν Φλιν στο καλύτερο βιβλίο της, τα «Αιχμηρά αντικείμενα». Στο τέλος o Τζούντ τα φτιάχνει με τον Μάλκομ, μεγαλώνουν κι ο Τζούντ πεθαίνει.

Ο Όμηρος και το αλφάβητο

Μάρω Φασουλή, Unknown Relatives, 2017, αρχιτεκτονικά σχέδια, 120 x 140 x 220 εκ.


ΤΟΥ ΜΑΣΣΙΜΟ ΚΑΤΣΟΥΛΟ

Μερικές παρατηρήσεις (και μία απορία) περί της ακροφωνικής θεωρίας του Νάνου Βαλαωρίτη - συζητώντας το κείμενο του Παναγιώτη Βούζη της προηγούμενης Κυριακής

Η “ακρoφωνική θεωρία”, σύμφωνα με τον Νάνο Βαλαωρίτη, συνιστά έναν από τους διαρθρωτικούς κώδικας των ομηρικών ποιημάτων Ιλιάδα και Οδύσσεια, που όχι μόνο προϋποθέτουν την γραφή γιά την σύνθεσή τους αλλά μπορούν να θεωρηθούν η εκκίνηση της συστηματικής χρήσης της γραφής στην δυτική λογοτεχνία, έστω κι αν υπό δημιουργικές και πολιτσμικές συνθήκες άκρως διαφορετικές από τις δικές μας. Μια παρεμφερή υπόθεση εξέφρασε και ο  B. Powel (Homer and the Origin of Greek Alphabet, Cambridge 1991). Η προσέγγιση του Βαλαωρίτη θα άξιζε την προσοχή των ξένων φιλολόγων (αν και η γλώσσα είναι φράγμα δύσκολο να δρασκελιστεί). Γι’ αυτό ελπίζω το βιβλίο του να μεταφραστεί σε άλλες χώρες, και βεβαίως στην Ιταλία, όπου οι σπουδές περί του Ομήρου βρίθουν.
Ο Παναγιώτης Βούζης εντάσσει την θεωρία αυτή στο ευρύτερο πλαίσιο των πολλαπλών κωδίκων της Ιλιάδος και της Οδύσσειας: ο Βαλαωρίτης -γράφει ο Βούζης- ανακαλύπτει και χρησιμοποιεί έναν επιπλέον κώδικα (τα άλλα είναι τα γνωστά: λογοτυπικά συστήματα, τυπικές σκηνές, αφηγηματικά σχήματα, παραδοσιακή αναφορικότητα): τον “ακροφωνικό”, σύμφωνα με τον οποίο “το γράμμα κάθε ραψωδίας συνδέεται με λέξεις οι οποίες περιλαμβάνονται στο πλαίσιό της” και κάθε λέξη παραπέμπει “σε θέματα, σε επικά πρόσωπα, σε αντικείμενα και σε έννοιες, που επέχουν σημαίνοντα ρόλο στην υπόθεση και, παράλληλα, δημιουργούν ανταποκρίσεις με σύνολη την επική διάσταση”. Έτσι, οι λέξεις παύουν να είναι απλώς λέξεις, για να γίνουν διπάσπαρτα σήματα ενός “Tribal Encyclpedie”, όπως όριζε τα ομηρικά ποιήματα ο αμερικανός μεγάλος ομηρολόγος, Erich Havelock.
Ο ακροφωνικός κώδικας συνδέεται βαθιά με ζητήματα της γλώσσας των ομηρικών επών: 1) Πώς γενήθησαν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια; 2) Σε πόσο χρόνο  πήραν την γνωστή μορφή τους; 3) Πότε έγινε αυτό; Από εδώ, λοιπόν, θα αρχίσω τις παρατηρήσεις μου, γιατί έτσι μπορούμε να βρούμε, νομίζω, τεκμήρια για να υποστηριχτεί μία θεωρία τόσο πρωτότυπη, που θα μπορούσε να μας δώσει ένα από τα σημαντικότερα κλειδιά για να εμβαθύνουμε στο εργαστήρι του Ομήρου.

Το τρελό μέλι της Τραπεζούντας και ο Έντγκαρ Άλαν Πόε

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Μνήμῃ Δημήτρη Αρμάου

Πολλές καλές δουλειές στη λογοτεχνία δεν πηγάζουν από εσωτερική παρόρμηση αλλά από εξωτερική πίεση. Αν δεν μου το παρήγγειλε ο Δημήτρης Αρμάος, δεν θα  θα είχα καταπιαστεί μ' εκείνο το ιδίορρυθμο juvenilium του Πόε που είναι το “Αλ Ααραάφ”. Ο Αρμάος είχε δίκιο: άξιζε να εξελληνιστεί σωστά αυτό το  στρυφνό ποίημα, που είχε κακοπάθει στα άγαρπα μεταφραστικά χέρια του Τάκη Παπατσώνη. Θα επανέλθω στον “Αλ Ααραάφ”, αφού κάνω μια μικρή παρέκβαση.
Σε ένα παλαιοπωλείο ανακάλυψα το γοητευτικό ταξιδιωτικό του Λόρδου Kinross που επιγράφεται Μέσα στην Οροσειρά του Ταύρου (Inside Taurus). Δεν είμαι θιασώτης της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και δεν ξέρω τι με ώθησε να αγοράσω αυτό το βιβλίο, που θα άξιζε, πάντως, να διαβαστεί παράλληλα με τις εντυπώσεις του Σεφέρη -τον ίδιο περίπου καιρό ήταν πρέσβης στην Άγκυρα- από την Ανατολία, όπως αυτές καταγράφονται στις Μέρες.
Διαβάζοντας, συνάντησα το εξής ενδιαφέρον χωρίο (μεταφράζω): «Από το είδος που ονομάζεται azalea pontica οι μέλισσες φτιάχνουν ένα μέλι που είχε εντυπωσιακά αποτελέσματα στους στρατιώτες του Ξενοφώντα. Όσοι το έφαγαν ‘έχασαν τα λογικά τους [πάντες ἄφρονες ἐγίγνεντο], ξερνούσαν, είχαν διάρροια και δεν μπορούσαν να σταθούν όρθιοι. Αυτοί που είχαν φάει λίγο έκαναν σαν μεθυσμένοι κι αυτοί που είχαν φάει πολύ  σαν τρελοί (Ξενοφών)’. Ήρθαν στα συγκαλά τους μόνο μετά από εικοσιτέσσερις ώρες και τους πήρε τρεις με τέσσερις μέρες να ανανήψουν. Οι ντόπιοι κάτοικοι είχαν αφήσει κιούπια με το ίδιο μέλι στο δρόμο της στρατιάς του Πομπήιου. Έτσι ‘όταν οι στρατιώτες  ήπιαν το μείγμα, έχασαν τις αισθήσεις τους, εκείνοι τους επιτέθηκαν και τους σκότωσαν (Στράβων)’. Οι σημερινοί χωρικοί της περιοχής είναι εξοικειωμένοι με τέτοια φαινόμενα. Ονομάζουν την τροφή αυτή ‘τρελό μέλι’ και το τρώνε αραιά και που, όταν δεν μπορούν να προμηθευτούν τα πιο συνηθισμένα  αλκοολούχα διεγερτικά.  Περιγράφουν τα αποτελέσματά του σαν μέθη με πολύ αργή αποδρομή”.

Παιδεία

οἶον τό γλυκύμαλον ἐρεύθεται ἄκρωι ἐπὔσδωι
                                                                                                            Σαπφώ

Τά παιδιά ὡριμάζουν γρήγορα
Τά μῆλα τῶν προσώπων τους εἶναι γιά φάγωμα
πρίν τά δεκάξη
Σκαρφαλώνουμε πάνω τους νά κόψουμε
τούς πιό ψηλούς καρπούς τους :
προόδους σπουδές καριέρες
Ὅμως τά δέντρα πού εἶναι
καμιά φορά δέν ἀντέχουν τό βάρος μας
λυγίζουν καί σπᾶνε
γίνονται πρώτη ὕλη
φύλλα δεμένα σ’ ἕνα βιβλίο
πού δέν θά καταλάβουν ποτέ
καί ζοῦν ζωές ἀραιωμένες
ἀπό τό νέρωμα μιᾶς νιότης
πού δέν κράτησε

Εἶναι πού ἀνέκαθεν μπέρδευαν
τούς ὑλοτόμους μέ τούς γονεῖς τους


Βασίλης Ντόκος

Στην κόψη των εικόνων

ΤΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΗΣ ΠΑΝΤΕΛΙΑ

Μάρω Φασουλή, Tous les jours, 2017, μικτή τεχνική σε χαρτί κολλημένο σε ξύλο, 150 x 100 εκ.


 ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ, Ο ύπνος είναι ρόδο, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2016

 Σώπαινε, Σιωπή και σώπαινέ με
φύλαγε μυστικά τα λόγια που σου εμπιστεύτηκαν
 το θάνατό τους.
 Βύρων Λεοντάρης, Ημών των άλλων, 2006

Στην πρόσφατη ποιητική συλλογή της Ζέφης Δαράκη Ο ύπνος είναι ρόδο (2016) υλοποιείται η λειτουργία των μεταμορφώσεων. Το συγκεκριμένο θέμα (ύπνος) μετατρέπεται σε σύμβολο (ρόδο) και μετακινείται αντίστοιχα το κέντρο βάρους προς μια γενικότερη θέαση του νοήματος. Η μεταμόρφωση εμψυχώνει το έργο της ποιήτριας και το μετατρέπει σε ένα ανοιχτό ποίημα, σε work in progress. Το Ανοιχτό είναι ο χώρος του ποιήματος, «ο χώρος της παντοδύναμης κυκλοφορίας και της αδιάκοπης μεταμόρφωσης». Η προσωπική της μυθολογία άλλωστε από τις Μεταπτώσεις (1967) και εξής χαρακτηρίζεται από διπολικότητα : κινείται από το παρελθόν προς το παρόν/μέλλον, καθώς και από το πραγματικό προς το φανταστικό/ονειρικό στοιχείο και αντίστροφα. Ως αποτέλεσμα προκύπτει μια μοντέρνα στροφή της γραφής στα ενδότερα τοπία της συνείδησης, καθώς και ένας διάλογος με την προσωπική μνήμη. Σκοτάδι που κυλάς μες στο σκοτάδι σου/ αιώνια θα μπορούσες να κυλάς/ σε ακινητοποιώ/ με της γραφής το αμάρτημα
Ο ύπνος στο βιβλίο της Δαράκη εκλαμβάνεται ως μια καταφυγή, έτσι που η πραγματικότητα να μεταφράζεται σαν εφιάλτης. (Η ανάμνηση αντίστοιχα καλύπτεται από το προσωπείο άλλοτε της τρυφερότητας και της νοσταλγίας και άλλοτε του τρόμου). Κάτω από την επιφανειακά γαλήνια επιφάνεια της γραφής υφέρπει η απόγνωση. Τα ποιητικά πρόσωπα/προσωπεία ακροβατούν λοιπόν στην τεντωμένη επιφάνεια του κειμένου «σαν την επόμενη βαθύτερη πραγματικότητά τους». Η πολυφωνία προσφέρει το τελικό αποτέλεσμα – σύνθεση των επιμέρους φωνών που ακούγονται. Πρόκειται για μια ακραία εκδοχή των ορίων της ποίησης ή των ορίων της εικόνας. Σε ορισμένες στιγμές της γραφής, η εικόνα τής προκαλεί τρόμο.  Πρέπει να σκοτωθώ επί τέλους/  πάνω στην κόψη των εικόνων