21/5/17

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση με τίτλο Τέχνη ενώπιων των ερειπίων, και την έκθεση της Su- Mei Tse με τίτλο Μια ορισμένη ελαφρότητα που πραγματοποιούνται στη γκαλερί ΑΔ (Παλλάδος 3, Ψυρρή, Αθήνα). Μέχρι 3/6

Su-Mei Tse, Gewisse Rahmenbedingungen (A Certain Frame Work) (Villa Adriana, Tivoli), 2014, βίντεο, διάρκεια: 4 λεπτά σε λούπα

Η εποχή των επαναστάσεων

Ο Σεγιές και η συντακτική εξουσία

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ

EMMANUEL SIEYES: Τι είναι η τρίτη τάξη; μτφρ.: Φροσύνα Στεφοπούλου, επιμ.-εισαγ.: Χρήστος Παπαστυλιανός, εκδ. Παπαζήση, σελ. 159

Προκειμένου να μιλήσουμε για τον αβά Σεγιές χρειάζεται να αναστείλουμε την γκροτέσκα αίσθηση της ασημαντότητάς μας, και μέσω της φαντασίας –της εναίσθησης- να βρεθούμε εκεί όπου οι άνθρωποι πίστευαν ότι μπορούν να πάρουν την τύχη στα χέρια τους, να κάνουν ιστορία. Με τον Σεγιές βρισκόμαστε στην καρδιά του ιδρυτικού μύθου της (πολιτικής) νεοτερικότητας: στη γαλλική επανάσταση. 
Στις μέρες μας είναι του συρμού η αναθεώρηση είτε του συνόλου είτε πτυχών του μείζονος αυτού συμβάντος στο όνομα του τέλους των ιδεολογιών (της κυρίαρχης δηλαδή ιδεολογίας), του αντι-ολοκληρωτισμού και ποικίλων φληναφημάτων. Κι αν δεν συμφωνούν όλοι οι αναθεωρητές μεταξύ τους, υπάρχει μία στιγμή της επανάστασης στην οποία συγκλίνει η δημοκρατική ευαισθησία τους: η γκιλοτίνα. 
Η πιο υψηλή στιγμή της επανάστασης, με την έννοια του Υψηλού που μας καταλαμβάνει σαν δέος και τρόμος, είναι η στιγμή της Τρομοκρατίας. Αναρωτιέται κανείς τί θα ήταν η επανάσταση χωρίς την Τρομοκρατία του Αδιάφθορου (Ροβεσπιέρος) και του Σαιν Ζυστ∙ τί θα ήταν χωρίς τον δήμιο -του οποίου σε άλλα συμφραζόμενα πλέκει το εγκώμιο ο ντε Μαιστρ- και τους 35.000 πάνω-κάτω αποκεφαλισμένους. (Κι ας μην ξεχνάμε ότι μεταξύ των τελευταίων δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που είχαν προσηλυτιστεί στα κηρύγματα του Βολταίρου και του διαφωτισμού).
Επανάσταση χωρίς επαναστατικές ιδέες δεν νοείται. Επανάσταση είναι η στιγμή που τα ιδεώδη, τα αφηρημένα ιδανικά, γίνονται Ιδέα που πραγματώνεται εδώ και τώρα, μέσα στην ιστορική στιγμή. Βέβαια, ο ένσαρκος εμπνευστής των ιδεών της γαλλικής επανάστασης, η επαναστατική διανόηση, πόρρω απέχει απ’ ό,τι σήμερα μας έρχεται στον νου άμα αναφερόμαστε σε διανοούμενους. Όταν μιλάμε για τους πρωτεργάτες και τους διανοούμενους της επανάστασης, για τους όμοιους του αβά Σεγιές, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι μιλάμε για λιοντάρια κι αλεπούδες κι όχι για κάποια εξημερωμένα κατοικίδια –για κάποια πετ. Γι’ αυτό η κάθε λογής ερμηνεία του στοχασμού τους, όταν επιδιώκει να τους προσαρμόσει στα μέτρα των καιρών μας γεννά καρικατούρες των ιστορικών προσώπων. Η σκέψη του Σεγιές, μ’ αποκορύφωμα τη συνταγματική θεωρία του περί συντακτικής και συντεταγμένης εξουσίας υπερβαίνει τον ζουρλομανδύα του κοινοβουλευτισμού κι έχει ως λογική απόληξη τον εσχατολογικό μοντερνισμό μιας διαρκούς επανάστασης.

Τα τεκμήρια της πατριωτικής ηθικής και το εαμικό αφήγημα

ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΑΣΟΥΛΑΣ (επιμ), Τα ημερολόγια του Γιώργου Μπρουζιώτη 1936-1946, εκδόσεις Θράκα, σελ. 353
                                                                                                                                                                                                                                       Στον Γιώργο Μήλια

Ο Γιώργος Μπρουζιώτης (Ραψάνη, 1919 - Δοβά Τεπέ Σερρών, 1949) υπήρξε ένα από τα πολλά θύματα στις συγκρούσεις του μακεδονικού μετώπου κατά τα τελευταία χρόνια του Εμφυλίου. Σιδηροδρομικός στον περιφερειακό σταθμό του Παπαπουλίου, κοντά στη  Ραψάνη, προσχωρεί στις αντιστασιακές/ανταρτικές ομάδες «μέσα από μια ηθική προσέγγιση των πραγμάτων», όπως αναφέρει στον πρόλογό του ο επιμελητής. Στην αρχή βοήθησε στην Επιμελητεία του Αντάρτη και ενώ μεταπολεμικά (1946) στρατεύθηκε, αυτομόλησε στον ΕΛΑΣ όταν πληροφορήθηκε την εκτέλεση  του μεγαλύτερου αδελφού του. Τώρα, περίπου εβδομήντα χρόνια από το θάνατό του, βγήκαν τα ημερολόγια που κράτησε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1936-1946, ενός διαστήματος ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, καθώς καλύπτει την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας και φθάνει ως τις παρυφές του δεύτερου και αιματηρότερου εμφύλιου. Τα ημερολόγιά του διασώθηκαν από μέλη της οικογένειάς του, στη Ραψάνη και στη Λάρισα και φροντίστηκαν εκδοτικά από τον Γιάννη Φασούλα, ανιψιό από την αδελφή του Γ. Μπρουζιώτη. Η συγγενική σχέση ωστόσο δεν συνέβαλε στη δημιουργία της εικόνας ενός μυθικού ήρωα στη φαντασία του επιμελητή, κάτι αρκετά σύνηθες στους κατιόντες των ανταρτών του ΔΣ• αντιθέτως, με αφορμή την ανάγνωση των εγγραφών του θείου του, αναπτύχθηκαν μέσα του αισθήματα στοργής, έτσι ώστε να τον αναπαριστάνει στα σχόλιά του και στο προλογικό του σημείωμα αγαπητικά, ως οικεία μορφή του οικογενειακού εικονοστασίου. Να πώς σκιαγραφεί το πορτραίτο του: «Με ιστορικό φόντο τη γερμανική κατοχή και μες στον αχό του αντάρτικου ξεσηκωμού και των ανατινάξεων, ο Γιώργος ζούσε την απέραντη μοναξιά του. Την ώρα που έβαζε τις δυναμίτιδες στα τραίνα που περνούσαν, την ώρα που συναλλασσόταν στη μαύρη αγορά, βίωνε παράλληλα και τη μοναξιά του νεαρού κλειδούχου, απομονωμένου μέσα σ’ έναν μικρό και έρημο επαρχιακό σιδηροδρομικό σταθμό» (σ. 15).

Étant donnés

Η μετάβαση από τη μοντέρνα στη σύγχρονη τέχνη - και πάλι πίσω

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Steve Gianakos, Χωρίς τίτλο, 2015, μικτή τεχνική σε χαρτί, 77.5 Χ 104.5 εκ

NATHALIE HEINICH, Κοινωνιολογία της τέχνης, μτφρ. Πάνος Αγγελόπουλος, επιμ. Κωνσταντίνος Βασιλείου, εκδ. Πλέθρον, 152 σελ. και Το παράδειγμα της σύγχρονης τέχνης: Δομές μιας καλλιτεχνικής επανάστασης, μτφρ. και επιμ. Κωνσταντίνος Βασιλείου, εκδ. Πλέθρον, 334 σελ.

Η επισταμένη εξέταση ενός συνόλου πρακτικών που ενδεχομένως συγκροτούν έναν διακριτό επαγγελματικό και, τελικά, κοινωνικό μικρόκοσμο από ένα εξωτερικό σε αυτόν βλέμμα, είναι ικανή να ενεργοποιήσει στα οικεία του υποκείμενα δύο αντίθετα αντανακλαστικά: μια κάποια αποστασιοποίηση και συνάμα ένα είδος μεγαλαυχίας. Ειδικά, και πριν απ’ όλα, όταν το υπό επιθεώρηση κοινωνικό πεδίο είναι ήδη επιφορτισμένο με ένα ειδικό βάρος, όταν δηλαδή οι μετέχοντες σε αυτό συνεχίζουν να διακινούν μιαν ιστορικά κατασκευασμένη προδιάθεση για τον εαυτό τους, ως ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι, άρα και επιστημονικά ιδιάζοντες, αλλά κυρίως συλλογικά ενδιαφέροντες και αξιοπαρατήρητοι. Όταν, μάλιστα, η επιδιωκόμενη αποστασιοποίηση που δυνητικά θα προκαλέσει η επιστημονική θεώρηση επιβεβαιώσει την όποια ιδιορρυθμία, η παραπάνω αντίθεση αυτοστιγμεί εξαφανίζεται, καθιστώντας ενδεχομένως περισσότερο συνεκτικό το αφήγημα της εξαιρετικότητας του καλλιτεχνικού κόσμου. Διότι περί αυτού ο λόγος.
Εδώ, το επισταμένο βλέμμα δεν είναι άλλο από εκείνο του κοινωνιολόγου, δεν είναι άλλο από το βλέμμα της Nathalie Heinich. Ίσως τα παραπάνω εισαγωγικά να προεξοφλούν μιαν ήδη αποφασισμένη στάση προάσπισης οικείων μικρόκοσμων απέναντι σε έξωθεν αυστηρές κρίσεις. Μάλλον όμως περιγράφουν φανταστικούς κινδύνους, επισημαίνοντας πιθανά ολισθήματα, αποκαλύπτοντας κάποια κριτήρια ή, ακριβέστερα, ορισμένες προκαταρκτικές επιφυλάξεις. Πόσοι άραγε επαγγελματικοί κλάδοι έχουν τύχει ανάλογης προσοχής από την κοινωνιολογία, όση αυτοί που σχετίζονται με την τέχνη και τα έργα της; Αλλά έχουμε το «δικαίωμα» να κάνουμε λόγο για «επαγγελματικούς» κλάδους ή για περί την τέχνη «επιτηδεύματα»; Συχνότερα τούτοι οι όροι απαλείφονται και εξολισθαίνουν σε ό,τι, όχι μόνο εδώ και όχι για πρώτη φορά, ονομάζεται «κόσμος της τέχνης».

Ένα συνέδριο για την ιστορία της εργασίας

ΤΗΣ ΛΗΔΑΣ ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΑΚΗ

3o Διεθνές Συνέδριο Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας Ιστορία της εργασίας: παραγωγή, αγορές, σχέσεις, πολιτικές (τέλος Μεσαίωνα-αρχές 21ου αι.), Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Ελληνική Εταιρεία Οικονομικής Ιστορίας, Ιωάννινα, 24-27 Μαΐου 2017

Στον σημερινό κόσμο, η εργασία αποδιαρθρώνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, οι διάφορες μορφές της φθηνής, ευέλικτης, άτυπης και υποτιμημένης εργασίας στοιχειώνουν τις περισσότερες κοινωνίες, οι παραγωγικές δραστηριότητες συρρικνώνονται ή μετασχηματίζονται ραγδαία, οι πολιτικές γύρω από την εργασία αναδιαμορφώνονται σε βάρος των εργαζόμενων, οι εργασιακές σχέσεις απορρυθμίζονται. Συνολικά, το ζήτημα της εργασίας, μαζί με την απουσία εργασίας, την ανεργία, συνιστά ένα από τα πιο οξεία προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών.
Αν και στην ιστοριογραφία η ιστορία της εργασίας είχε υποστεί κρίση τις τελευταίες δεκαετίες διεθνώς, φαίνεται ότι ξανακερδίζει σταδιακά το ενδιαφέρον ερευνητών και ερευνητριών, ενώ ολοένα και περισσότεροι/περισσότερες στρέφονται σε συγκριτικές προσεγγίσεις εθνικής, διεθνικής ή/και παγκόσμιας ιστορίας. Το ανανεωμένο επιστημονικό ενδιαφέρον για την ιστορία της εργασίας  εκκινεί από τη σημερινή αποδόμηση των καθεστώτων εργασίας και τις νέες έννοιες που τα σύγχρονα εργασιακά καθεστώτα καθιερώνουν (λ.χ. «ευελιξία», «απασχολησιμότητα», «κατάρτιση», «επισφάλεια»).

Οι μυθιστορίες του Κώστα Χατζηαργύρη

Οικογένεια Ζαρντή (1950)

Βλάσης Κανιάρης, Εικόνα, 1972, εγκατάσταση, 122 X 227 X 30 εκ.


ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΟΖΑΝΗ

Στον πολύμορφο χώρο της νεοελληνικής μας πεζογραφίας, το μυθιστόρημα εμφανίζεται μάλλον σπάνια ως καθαρή μορφή με συγκεκριμένα ειδολογικά χαρακτηριστικά και συγκεκριμένη δομή και οργάνωση. Το μυθιστόρημα δεν καλύπτεται από το σύνολο των πεζογραφικών αφηγήσεων και ούτε ως είδος ανήκει αποκλειστικά στην αφήγηση, όπως, για παράδειγμα, το διήγημα, η νουβέλα ή η εξιστόρηση συμβάντων και γεγονότων, έστω και αν αυτά τα συμβάντα και γεγονότα είναι φορτισμένα με συναισθηματικά, συγκινησιακά ή βιωματικά στοιχεία.
Μια αφήγηση μπορεί να ιστορεί δραματικές πτυχές του βίου ενός ανθρώπινου χαρακτήρα. Μπορεί ακόμη να εισδύει στο βάθος των ψυχικών διαδρομών και των συναισθηματικών αναταράξεων που η περιπλάνηση ενός ανθρώπου μέσα στον κόσμο, η τύχη και τα παιχνίδια της μοίρας, προκαλούν στον ήρωα της αφήγησης. Όμως όλα αυτά δεν συγκροτούν ένα μυθιστόρημα.
Το μυθιστόρημα καταλαμβάνει μια ιδιόρρυθμη θέση μέσα στον κόσμο της αφήγησης, και αυτή η ιδιορρυθμία του είναι που προσδιορίζει τα ειδολογικά του χαρακτηριστικά, ακόμη και τη σύγκρουσή του με τα άλλα είδη αφήγησης. Μάλιστα, ο μεγάλος θεωρητικός της λογοτεχνίας Μιχαήλ Μπαχτίν διατείνεται ότι η ιδιόρρυθμη θέση του μυθιστορήματος «δεν έχει τίποτε κοινό με εκείνη των άλλων ειδών».
Ακολουθώντας τώρα τον Μπαχτίν, θα αναφέρω κάποια κρίσιμα τοπολογικά χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος: 1. Δεν πρέπει να είναι «ποιητικό», με την έννοια που είναι ποιητικά τα άλλα λογοτεχνικά είδη. 2. Ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο δεν πρέπει να είναι «ηρωικό», με την επική ή την τραγική σημασία του όρου: πρέπει να συνδυάζει γνωρίσματα θετικά όσα και αρνητικά, χυδαία και ευγενή, κωμικά και σοβαρά. 3. Αυτό το πρόσωπο πρέπει να παρουσιάζεται όχι σαν να ήταν έτοιμο, τελειωμένο και αμετακίνητο, αλλά ως ένα πρόσωπο που εξελίσσεται, μεταμορφώνεται, διδάσκεται από τη ζωή. 4. Το μυθιστόρημα οφείλει να γίνει για τον καιρό του ότι ήταν το έπος για τον αρχαίο κόσμο.

Στη Μασσαλία

Bυθισμένος στην μορφίνη ο ερημίτης για να ξεπεράσει τον πόνο έβλεπε από το παράθυρο του νοσοκομείου την θάλασσα της Μασσαλίας. Ερχόταν οι ανοιξιάτικες ευωδίες από το λιμάνι και οι μέρες του πόνου γινόντουσαν πιο γλυκές. Μια μουσική σκέπαζε τον νου του και μάγευε τις κουρασμένες νύχτες του. Ο θάνατος τον είχε πλησιάσει πολύ κοντά. Του είχε χαμογελάσει. Αλλά εκείνος ο νέος νοσοκόμος που του είχε δώσει το άφιλτρο Gittane του είχε σώσει τη ζωή. Ο θάνατος είχε σταματήσει μπροστά στο χαμόγελο του νοσοκόμου. Θα δεις· θα ζήσεις, του είχε πει, κι ο ερημίτης το πίστεψε. Γύρισε το βλέμμα του και είδε στην καρέκλα ριγμένο το ματωμένο ράσο του. Ήταν γυμνός και συνδεδεμένος με διάφορα καλώδια. Στο βάθος του δωματίου η τηλεόραση έπαιζε και άκουγε το μουρμουρητό του εκφωνητή. Θυμήθηκε την λάμψη του μαχαιριού. Μια στιγμή, ένα δευτερόλεπτο χωρίζει την ζωή από τον θάνατο. Λίγο πιο πάνω ένα εκατοστό να τον είχε τρυπήσει τώρα θα ’ταν ένας άγνωστος νεκρός. Ο άγνωστος νεκρός δεν υπήρξε ποτέ, δεν θα είχε υπάρξει ποτέ. Δεν θα είχε ξαναδεί ούτε την αγαπημένη του φίλη ούτε το παιδί.
Άρχισε να θυμάται πώς είχαν χωρίσει. Αυτός είχε φύγει. Είχε φύγει γρήγορα, ξαφνικά, σαν να έτρεχε να γλυτώσει από κάτι. Θυμήθηκε το βλέμμα της απορίας που είχε η φίλη του όταν της είπε ότι φεύγει, χωρίς καμία εξήγηση. Το προηγούμενο βράδυ είχαν αγγιχτεί τα κορμιά τους. Γυμνά. Ένιωσε να καίγεται, να διαλύεται. Ένιωσε επίσης κάτι πιο άσχημο, πως είχε προσβάλλει την φίλη του. Κι έφυγε τρέχοντας κουβαλώντας τις Ερινύες του, πέρασε στην Ιταλία και ύστερα στην νότια Γαλλία, στο μεγάλο λιμάνι. Εκεί ήθελε να μείνει, να πίνει αψέντι και να γράφει. Ήταν πια η παρηγοριά του το γράψιμο. Να σκαλίζει επίμονα τις λέξεις, να τις βασανίζει και ύστερα πάλι να ξεκινά από την αρχή. Να γίνεται παιδί μέσα από τις λέξεις, να μεγαλώνει, και πάλι να γίνεται παιδί, να μαθαίνει τις λέξεις. Και ό,τι είχε ζήσει μέχρι τώρα δεν είχε καμία σχέση με το κάψιμο που ένοιωσε.

Μόναχο, 20 Φεβρουαρίου 1951• όπως Δουβλίνο;

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ

Δημήτρης Μιχαλάκης, From the Burnout Series, 2011, εκτύπωση inkjet σε χαρτί fine art, 45 Χ 60 εκ., 5 αντίτυπα


WOLFGANG KOEPPEN, Περιστέρια στη χλόη, μετάφραση- επίμετρο Βασίλης Τσαλής, Εκδόσεις Κριτική, σελ. 320

Περιστέρια στη χλόη, όπως φροντίζει να μας υποδείξει ο ίδιος ο συγγραφέας (σελ. 284) είναι οι άνθρωποι, το ίδιο ασήμαντοι, το ίδιο θύματα της τυχαιότητας, το ίδιο μικροί. Η μοίρα τους, όσο πικρή, άδικη ή στενάχωρη, είναι ένα τίποτα μπροστά στην ολότητα του σύμπαντος και τους νόμους της ζωής. Αυτή είναι η βασική θέση γύρω από την οποία ο Wolfgang Koeppen στήνει αυτό το μυθιστόρημα, το οποίο έκανε αίσθηση στην πατρίδα του όταν εκδόθηκε (1951) και μαζί με τα δύο επόμενα μυθιστορήματά του, με τα οποία αποτελεί τριλογία, τον ξεχώρισε. Ο Koeppen θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους γερμανούς πεζογράφους, αλλά ήταν αμετάφραστος στη γλώσσα μας και τελείως άγνωστος στην Ελλάδα και σίγουρα αξίζουν εύσημα τόσο στις εκδόσεις Κριτική όσο και στον μεταφραστή Βασίλη Τσαλή που επιχείρησαν την μεταγραφή του κειμένου του στα Ελληνικά. Μετά και την έκδοση του τελευταίου μυθιστορήματος της τριλογίας του, δεν έγραψε τίποτα άλλο, εκτός από την αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε το 1976. Οι σύγχρονοί του τον θεώρησαν «τεμπέλη», καθώς η συγγραφική παραγωγή ήταν ακόμα επιβεβλημένη για κάθε συγγραφέα, ωστόσο μετά το θάνατό του τα πολυάριθμα αδημοσίευτα χειρόγραφα απέδειξαν κι επέδειξαν μια σκληρή πάλη του συγγραφέα με τη μορφή και έναν σχεδόν αυτοκαταστροφικό αγώνα με την τελειότητα.

Το μεγάλο μας σπίτι

Μια ομάδα ψυχαναλυτών, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών, ειδικών παιδαγωγών κ.α., με πολυετή πρακτική και πείρα στον τομέα της ψυχικής υγείας, με την επιθυμία να συνεργαστούν και με κοινό μέλημα την πρόληψη, μετά από επεξεργασία στις τακτικές επί διετία συναντήσεις τους, συνιστούν ένα μη κερδοσκοπικό Σωματείο και, το 2015, ιδρύουν το Μεγάλο μας Σπίτι (για παιδιά κάτω  των τεσσάρων ετών και τους γονείς τους), ακολουθώντας τις αρχές των ανά τον κόσμο δομών τύπου «Πράσινο Σπίτι». Έτσι επονομάζεται η πρώτη δομή που εμπνεύστηκε και ίδρυσε το 1979 η Γαλλίδα ψυχαναλύτρια Françoise Dolto (1908-1988) με τους συνεργάτες της, και η οποία λειτουργεί πάντα στο Παρίσι.
Πρόθεση και στόχος του Μεγάλου μας Σπιτιού είναι να αποτελέσει ένα χώρο υποδοχής, συναντήσεων και πρώιμης κοινωνικοποίησης. Αλλά, κυρίως, να αποτελέσει αφενός ένα χώρο συνδιαλλαγής με τα παιδιά γύρω από ερωτήματα που θέτουν με τον τρόπο τους στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, και αφετέρου ένα χώρο όπου ο καθένας μπορεί να εκφράσει τα ερωτήματα που συχνά προκύπτουν με τον ερχομό ενός παιδιού στην οικογένεια.

Την Κυριακή 21 Μαΐου, στις 12:00 δίνεται η παράσταση Ο Ήλιος και Ο Ποντικός, από το Κουκλοθέατρο Καραμπόλα, στοMyrtilo cafe, Πάρκο για το Παιδί και τον Πολιτισμό (πρώην Πάρκο ΚΑΠΑΨ) επί των οδών Τριφυλίας και Λάμψα Μετρό Πανόρμου

Tζίνα Πολίτη

Υπάρχει ένα δέντρο θεόρατο, γέρικη βελανιδιά
θα την έλεγε ο Θασίτης, πάνω της όλα
τα πλάσματα γέρνουν και κρυφοσυνομιλούν (άνω τελεία θέλει και δεν έχω)
κρυφό,
και πώς να τολμούν;

Υπάρχει όμως και μια πορφυρομέταξη αζαλέα,
κρατά την αναπνοή της και ξεχνώντας ολότελα
την ιστορία μιας επανάστασης

υποκλίνεται στο γέρικο θερμό γλυκόζικο θηλυκό
θεριό(κι εδώ άνω τελεία)

πρόσκαιρη προσδοκία μου, ολόφρεσκη
κι αμόλυντη, πώς έφτασες εδώ
και σε συνάντησα
σε ίδια χώματα.

Ρούλα Αλαβέρα

Σημειώσεις ενός μοναχικού κοσμοπολίτη

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Su- Mei Tse, Gewisse Rahmenbedingungen (A Certain Frame Work) (Altes Museum Berlin), 2014, βίντεο, διάρκεια: 4 λεπτά σε λούπα

  
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ, Για ένα πιάτο χόρτα, Εκδόσεις Ύψιλον, σελ. 70

Η ομορφιά, ο έρωτας, η οδύνη και η περιβεβλημένη τη γαλήνη τής ειμαρμένης εγκόσμια χαρά αποτείνονται και μιλούν στον διδαγμένο τη σοφία άνθρωπο με τη σιωπή· μια σιωπή εμπλουτισμένη, διαπερασμένη από θάλλουσες και φθίνουσες αποχρώσεις ζωής και θανάτου, πλησμονής και στέρησης, από ριπές ανέμου διαφορετικών και όχι πάντα αναγνωρίσιμης αφετηρίας και κατεύθυνσης· μια σιωπή, εντέλει, στους κόλπους της οποίας αιωρούνται μόρια φωνών αλλοτινών και συγκαιρινών, χειρονομίες ζώντων και νεκρών, ριπίδια πολιτισμών μακρινών, που ποτέ δεν έπαψαν να θάλπουν τη σκέψη και τα αισθήματα όποιου συνειδητά παραμένει ανοιχτός και ευαίσθητος στο διαρκές, άλλοτε φανερό και άλλοτε υπόγειο, πήγαιν’ έλα του χρόνου και των πολιτισμών που διάνυσε και εξακολουθεί να διανύει ο απροκατάληπτος δυτικός άνθρωπος.
Αυτές περίπου τις σκέψεις κάνω κάθε φορά που έχω την τύχη να ανοίξω ένα ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Βέη (τουλάχιστον από τη Χρυσαλλίδα στον πάγο, 1999 και ύστερα), αυτού του μοναχικού κοσμοπολίτη ακαταπόνητου ταξιδευτή, που ακόμα και εν κινήσει ευρισκόμενος δεν παύει να ταξιδεύει, όπως και όταν ταξιδεύοντας δεν παύει νοερά, σε άλλους τόπους, σε άλλες παραλλήλους να μετακινείται συγκρίνοντας, εμβαθύνοντας, στο νόημα της μοίρας του ανθρώπου και, όσο του επιτρέπει η ποιητική του φύση-ιδιότητα, φιλοσοφώντας. Δημιουργώντας με εικόνες και «υλικά» της εκάστοτε παρατηρούμενης πραγματικότητας μια εντελώς προσωπική, εμπράγματη μεταφυσική, μεταποιώντας τρέχουσες σκέψεις, προσωπικές καταστάσεις και σταθερά ή φευγαλέα αισθήματα σε στέρεες και παλίμψηστες ποιητικές ακουαρέλες επιβεβαιωτικές της αδιάλειπτης συνέχειας της ζωής και αναζωογονητικές της επιθυμίας του ακαταπαύστως να αυτοπροσδιορίζεται στο κέντρο ή και στης παρυφές διαρκώς εναλλασσόμενων σκηνικών ή σκηνών.