20/5/18


Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την ομαδική έκθεση με τίτλο Το Ημερολόγιο μίας μοδίστρας: Μια φανταστική βιογραφία που πραγματοποιείται στην Αίθουσα τέχνης A.Antonopoulou.Art (Αριστοφάνους 20, Ψυρρή, Αθήνα). Επιμέλεια Έφη Φαλίδα. Μέχρι 26/05

Έργο της Ειρήνης Καραγιαννοπούλου

Ο κόσμος της εργασίας σαν μυρμηγκοφωλιά

ΤΗΣ ΜΥΡΣΙΝΗΣ ΖΟΡΜΠΑ

ΚΩΣΤΑΣ ΠΕΡΟΥΛΗΣ, Αυτόματα, εκδόσεις Αντίποδες, σελ. 120

Σε μια εποχή που οι φήμες θέλουν την εργασία να έχει καταρρεύσει, να έχει αδειάσει από περιεχόμενο, χρειαζόμαστε μια ματιά  προσηλωμένη στον ορίζοντα του  «κόσμου της εργασίας». Και αυτόν τον ορίζοντα τον προσφέρουν τα διηγήματα αυτού του βιβλίου. Μεγάφωνα και  σειρήνες ουρλιάζουν για την «απελευθέρωση» της αγοράς των υπηρεσιών, που νοικιάζονται, πουλιόνται κι αγοράζονται άνευ ορίων άνευ όρων αλλά ο συγγραφέας διασχίζει το ναρκοθετημένο τοπίο της «αγοράς εργασίας» των τελευταίων χρόνων δεμένος στο κατάρτι, μοναχικός μέσα σε ένα τοπίο ερειπίων.
Αναζητά μέσα στα ερείπια τον κόσμο της εργασίας, μαστορεύει το δικό του ανθρώπινο  ορίζοντα, με πρώτη ύλη το βίωμα της δουλειάς ως «μεταφοράς του εαυτού». Σε μια εποχή που η έννοια της εργασίας έχει καταρρακωθεί και λοιδορηθεί ασύστολα μέχρι τελικής εξοντώσεως, ο συγγραφέας γυρνάει γύρω από τον τόπο του εγκλήματος για να ανασυστήσει και να συγκροτήσει τις εντάσεις, τις επιθυμίες και τα πάθη που βιώνουν τα υποκείμενα στη σχέση με τη δουλειά τους. Σωματοποιεί την εργασία, που πολλοί βιάστηκαν να κηρύξουν νεκρή,  ανασαίνει στο ρυθμό της και μας καλεί να την αγγίξουμε για να πεισθούμε ότι είναι ακόμη ζεστή, αντιδρά και διαψεύδει καθημερινά το θάνατό  της.

Ο Σικελιανός και η αρχαία πλαστική


ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Έργο των Σέραπις, Maritime Corporatin

Μνήμη Μανώλη Ανδρόνικου

Ο Άγγελος Σικελιανός είναι ο πλέον αρχαιολάτρης ποιητής μας. Δεν ξέρω όμως πόσο έχει απασχολήσει τους μελετητές του η σχέση του με την αρχαία πλαστική. Το ζήτημα είναι από τα πλέον ενδιαφέροντα, γιατί η αρχαία πλαστική βοήθησε τον Νεοέλληνα λυρικό να επικοινωνήσει άμεσα με το ζωντανό αρχαίο πνεύμα, να πιει τα ζωογόνα νάματα μιας αρχαίας πηγής που ρέει ακόμα. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει μήτε με τα αρχαία κείμενα, που ο χρόνος τα γύμνωσε από τον προσωδιακό τους χιτώνα και που, εμάς τους νεοέλληνες, η σύγχρονη προφορά δεν μας βοηθά να τον ξαναϋφάνουμε, όσο είναι βέβαια βολετό κάτι τέτοιο, μήτε τα συγκαιρινά του μελετήματα, μολονότι  κάποια τους ξεσκέπασαν  κοιτάσματα  -διονυσιακά ή μητριαρχικά- που πριν μήτε καν τα υποπτευόμαστε. Ο Σικελιανός υπήρξεν οπωσδήποτε δεινός αναγνώστης και των συγχρόνων του αρχαιοδιφών και των ίδιων  αρχαίων κειμένων. Όμως περισσότερο από όλα αυτά, στην ζωντανή αρχαιότητα τον εμύησε η αρχαία τέχνη.
Όλη η σικελιανική ποίησις είναι εμποτισμένη με αρχαία τέχνη. Θα αποτολμήσω μια σύντομη επισκόπηση. Ξεκινώ με τους εναρκτήριους στίχους του  «Τύμβου», ενός στιχηρού από τις Ραψωδίες του Ιονίου, που δεν προσέχθηκεν όσο του άξιζε:
Στην πλάκα αρχαία, και το σκυλί το χώμα αναρωτούσε
λαγωνικόν ανάγλυφο σαν το στενό φεγγάρι.
Ορτός μες στον ανάλαφρο σαν καταχνιά χιτώνα,
ο νέος  εστύλωνε νεκρός τα μάτια απ’ τη γαλήνη
της πλάκας στην απέραντη γαλήνη του θανάτου,
και τα ματόκλαδα ανοιχτά στον αιώνιον είχε ξύπνο.
Αποκοιμήθη το παιδί, στα πόδια του, απ’ το κλάμα·
Της νιοσκαμμένης η ευωδιά της γης, εσίγασέ του
το ανεβρυτό παράπονο, κ’ η απέραντη ηρεμία.
Γυρτός στο χώμα ερώταγε και του παιδιού ο πατέρας.
Αλλά ο νεκρός, στον αλαφριό σαν καταχνιά χιτώνα,
τα μάτια του άφησε βαθιά στην άβυσσο, σα μάτια
που απάνω αλησμονήθηκαν στο ημερινό φεγγάρι…

Γιατί μας ενδιαφέρει σήμερα η μόδα;


Σχόλια πάνω στην “σεξουαλική έλξη του ανόργανου” και την κεντρικότητα του σώματος σήμερα


ΜΟΔΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Έργα της Νάνας  Σαχίνη, του Οίκου Τσοπανέλη και του Αλέξανδρου Ψυχούλη




ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΖΙΡΤΖΙΛΑΚΗ

Καθένας μας γνωρίζει κάποια προσωπικά παραδείγματα που πιστοποιούν ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη μόδα σήμερα. Το φαινόμενο αυτό διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά που διαφέρουν από εκείνα των δύο περασμένων δεκαετιών, όπου η μόδα ταυτίστηκε με την ενδυματολογική εξτραβαγκάντσα της εγχώριας σόουμπιζ. Ανάμεσα τους πρέπει να συμπεριλάβουμε και την αυθόρμητη διάδοση της λαϊκής ανακύκλωσης και του do it yourself (DIY) που ενεργοποίησε η διασπορά των μικρών καταστημάτων “μεταποίησης και επιδιόρθωσης” ρούχων, σε κάθε γωνιά και γειτονιά των ελληνικών πόλεων. Γι αυτό είναι τουλάχιστον ατυχές το γεγονός, ότι δύο πρόσφατες εκπομπές της ελληνικής τηλεόρασης (Shopping Star και My style Rocks) εγκλώβισαν το θέμα σε παρωχημένα στερεότυπα και αφέλειες, που απλά διεγείρουν τη φαντασία, κατανέμοντας τη μίζερη ψευδαίσθηση της τηλεοπτικής δημοσιότητας.
Τι σημαίνει, λοιπόν, η μόδα σήμερα, καταμεσής μιας κρίσης χωρίς επιστροφή; Πριν απαντήσουμε σ’ ένα τέτοιο ερώτημα, χρειάζονται ορισμένες διευκρινήσεις που προετοιμάζουν το έδαφος. Η μόδα, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, γεννήθηκε με την νεωτερικότητα. Μόδα και μοντέρνο συνιστούν δύο αξεδιάλυτες έννοιες που, εκτός από την ετυμολογική τους συνάφεια, θέλγονται μεθυστικά από την σύζευξη των νέων εμπορευματικών μορφών (στις οποίες κατατάσσεται η μόδα) με ό,τι θεωρούμε αιώνιο. Η μόδα είναι το τελετουργικό με το οποίο κατορθώνεται αυτή η ζεύξη στις μεγαλουπόλεις του 19ου αιώνα. Ο Μπωντλαίρ θα δώσει το 1863 τον πιο κατάλληλο ορισμό μιας τέτοιας αιμομικτικής συγγένειας: “Το καινούριο είναι το εφήμερο, το φευγαλέο, το τυχαίο, το ήμισυ της τέχνης, της οποίας το άλλο ήμισυ είναι το αιώνιο και αμετάβλητο”.

Η sartorial πολιτική


Μόδα και πολιτισμός


ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΤΡΑΜΠΟΥΛΗ
 
Τι πένθησαν όσοι, σε εφημερίδες, σάιτ και προσωπικές αναρτήσεις στα social media, έγραψαν με τόσο τρυφερό τρόπο για τον θάνατο του Ευτύχιου Αλεξανδράκη, παλαιού καταστηματάρχη της οδού Ερμού ο οποίος εξεμέτρησε το ζην στα τέλη Νοεμβρίου; Αναμφίβολα πένθησαν έναν ευγενή άνθρωπο ο οποίος είχε καταστεί τα τελευταία χρόνια ένα διακριτικό και μάλλον σκηνοθετημένο από προηγούμενα δημοσιεύματα αριστοκρατικό τοπόσημο της Αθήνας∙ πένθησαν επίσης μια περασμένη εποχή εμπορικής δραστηριότητας, κατά την οποία η Ερμού ήταν δρόμος διπλής κυκλοφορίας, οι μπουτίκ του Παπαγιάννη και του Σινάνη δεν είχαν αντικατασταθεί από αλυσίδες φτηνών ρούχων ραμμένων σε υπεράκτια κάτεργα και η υφαντουργία ήταν ανθηρός κλάδος της ελληνικής οικονομίας∙ οπωσδήποτε πένθησαν, ίσως ασύνειδα, έναν στέρεο κόσμο που έχει διασαλευθεί, όταν ακόμη τα ψώνια στην Ερμού μπορούσαν να προσφέρουν διάκριση και να βεβαιώσουν κάποιου είδους οικονομική διαστρωμάτωση.
Πένθησαν όλα εκείνα τα οποία συνοψίζονται στην ασαφή αρετή της κομψότητας: έναν κώδικα μορφών και συμπεριφορών, άσκησης του πλούτου, του πολιτιστικού κεφαλαίου, του φύλου, της ισχύος, του οποίου ο Αλεξανδράκης ήταν τάχα ο τελευταίος εκπρόσωπος, έναν κώδικα που δεν υφίσταται πια, δεν είναι πια εδώ, δεν ήταν άλλωστε ποτέ εδώ, ανήκει σε μια παραδείσια, μυθική, εποχή ευταξίας και σχετικής ευμάρειας. Η κομψότητα του Ευτύχιου Αλεξανδράκη, το φροντισμένο παπιγιόν και το τουίντ κοστούμι, το μπαστούνι ανάμεσα στα πόδια και το ψαλιδισμένο μουστάκι, έγιναν αντικείμενο νοσταλγίας και πένθους ως κάτι χρονικά, πολιτισμικά και ταξικά αλλότριο που αντιδιαστέλλεται με το μυθολογημένα αποπνικτικό και ρυπαρό παρόν μας.

Το δικό μου ‘68


Ο Μάγειρας

Μαρία Παπαδημητρίου, Φίρμα Gypsy Globales


ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
       
Τον συνάντησε ξανά εκείνο το πρωινό. Περπατούσε στη Νέα Παραλία της Θεσσαλονίκης, ευθυτενής και πεντακάθαρος, με ένα κάτασπρο φανελάκι, όπως πάντα. Ίσως να ήταν μάγειρας στο επάγγελμα. Σίγουρα θα ήταν μάγειρας, και σε καλό εστιατόριο, μάλλον. Μαζί του περπατούσαν κι άλλοι, άνδρες και γυναίκες, και νέα παιδιά που έκαναν προπόνηση στον παρακείμενο Ναυτικό Όμιλο. Ανάμεσά τους ήταν συνταξιούχοι, καθηγητές, δικηγόροι και δημοσιογράφοι, υπάλληλοι, ή και απλοί άνθρωποι που έβγαζαν τα σκυλιά τους για τον πρωινό περίπατο. Με μια κυρία μάλιστα, μιας κάποιας ηλικίας, είχε αναπτύξει ένα είδος φιλίας, αν και δεν ήξερε καν το όνομά της, επειδή είχε ένα μικρό, μαύρο κοκεράκι που έμοιαζε με το δικό του, που είχε πεθάνει τρεις μήνες πριν από το θάνατο της μητέρας του.
Κοιτάζοντας ξανά και ξανά τον τύπο με το κάτασπρο φανελάκι που  περπατούσε στην παραλία, έστυβε το μυαλό του να θυμηθεί πού τον είχε συναντήσει ή με ποιον του έμοιαζε.  Ξαφνικά μια λάμψη φώτισε το πρόσωπό του: με τον Νίλο. Ο Νίλο ήταν ένας εξαιρετικός μάγειρας, λιγότερο καθαρός από τον δικό του, και είχε ένα μικρό εστιατόριο - παντοπωλείο στην κεντρική πλατεία της Πίζας, την Piazza Garibaldi. Αν και φασίστας (κάτω από τον πάγκο έκρυβε φωτογραφίες του Μουσολίνι και τις έδειχνε με περηφάνια, όταν κανένας νοσταλγός ερχόταν στο μαγαζί), μάζευε στα τραπέζια διάφορους «ανήσυχους», αναρχικούς, αριστερούς και μη, τοπικούς και καμιά φορά και περαστικούς πελάτες. Η κουζίνα του ήταν πολύ καλή και τα κρασιά του σπάνια, από διάφορες περιοχές της Ιταλίας.

Ήχος πλάγιος


Μια  πληγωμένη Γκουέρνικα ήταν στο Μαραί. Και δίπλα της καιροί αλλοτινοί μιας Γαλλίας καιόμενης. Ο Μάης μου είπες, θυμάσαι; Τότε που η Σορβόνη ήταν σε κατάληψη, όπως και τώρα.
Ναι, εκεί στην Place Pigale μου είπες ότι θέλεις τον κόσμο και τον θέλεις τώρα. Στιγμές του άχρονου χρόνου, του ακίνητου χρόνου, στιγμές... σκέτες, γλυκές, ωμές, ειλικρινείς.
Πρέπει να νικήσουμε τις λέξεις τους. Η κατάληψη δεν είναι η κατάληψη, είναι το τραγούδι του δημόσιου χώρου που ξαναγίνεται δημόσιος. Η διαδήλωση δεν είναι μια παρέα μπαχαλάκηδων, ούτε μια δράκα εργατοπατέρων, είναι η σαρακοστή μιας ζωής εξεγερμένης.
Δες, μου είπες, αυτές οι κερασιές έχουν ένα άλλο άρωμα. Αυτό με κράτησε εδώ. Κι' ύστερα; Ύστερα ο Μάης της καρδιάς μας. Αυτός θα νικήσει το Μαύρο μέτωπο. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να τον προσβάλει. Κυρίως αυτοί που λεηλάτησαν μια πατρίδα καμένη. Αν και εμείς δεν έχουμε πατρίδα. Οι δρόμοι, μου είπες, είναι ο τόπος μας. Οι δρόμοι και οι μεγάλες πλατείες.
Τώρα, αυτά που φοράς είναι ομίχλη, είναι συννεφιασμένος ουρανός, είναι καπνός, είναι μνήμες. Δες λοιπόν και κατάλαβε ότι ο νέος Μάης γεννιέται. Και τώρα, όπως και τότε, για τρομοκράτες και μπαχάλακηδες μιλούν. Α, πόσο μοιάζει η γλώσσα τους, πόσο μοιάζει η φτήνια τους. Δεν θέλουμε δανεικές ζωές, δεν θέλουμε ματαιωμένες ζωές, γι’ αυτό και πάλι είμαστε παιδιά του δρόμου. Τρίψαμε τα χέρια μας με άγρια μέντα κι αφήσαμε το άρωμα να χυθεί στον δρόμο, να γίνει στίχος, να γίνει τραγούδι, να γίνει έρωτας, να γίνει ό,τι εμείς θέλαμε να γίνει. Πόσο δύσκολα βγαίνουν οι λέξεις, όχι οι καινούργιες, αλλά αυτές οι παλιές. Χαραμάδες ανοίγουν εντός μας και ρωγμές από ένα κόσμο που ζαλίστηκε από μια παραπαίουσα ηθική.

Μαρτυρία


EVELYN MILIOTIS-TSOKA, Personal Testimony, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2016, σελ. 80

Σε ένα ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι, γραμμένο στα αγγλικά, καταθέτει την «προσωπική μαρτυρία» της η Έβελυν Μηλιώτη-Τσόκα, εν είδει μνημοσύνου για τα 25 χρόνια από τον θάνατο του συζύγου της, του αγωνιστή της αντίστασης Δήμου Τσόκα.
Καπετάνιος στο πρότυπο ΕΠΟΝίτικο Τάγμα Θανάτου, που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του, ο Φώτης Παρνασιώτης (αυτό ήταν το όνομα που είχε πάρει στον ΕΛΑΣ), με καταγωγή από τη Σουβάλα της Φθιώτιδας, υπήρξε ένας από τους ηγήτορες της μάχης της Μακρακώμης (6 Οκτωβρίου 1943), μαζί με τον διοικητή του ίδιου τάγματος, λοχαγό Ντίνο Γιαννακόπουλο.
Η συγγραφέας, κυπριακής καταγωγής, αλλά γεννημένη στη Νέα Υόρκη, βρέθηκε στην Αθήνα τη δεκαετία του ’60, διδάσκοντας στο Αμερικανικό Κολέγιο. Η γνωριμία της με τον Δήμο Τσόκα θα οδηγήσει σε μια φλογερή αγάπη, που δεν θα μπορέσει να κάμψει ούτε η δικτατορία των συνταγματαρχών, όταν συνέλαβε από την πρώτη μέρα τον παλιό καπετάνιο του ΕΛΑΣ και τον εξόρισε στη Γυάρο. Η Έβελυν Μηλιώτη, μαζί με τις γυναίκες πολλών άλλων κρατουμένων, με διαρκείς κινητοποιήσεις έξω από τα υπουργεία της χούντας, αγωνίστηκε από την πρώτη στιγμή για τη σωτηρία του, με αποτέλεσμα να υποστεί τη βάναυση συμπεριφορά του Λαδά. Μετά την απελευθέρωσή του θα παντρευτούν, θα αγωνιστούν να φτιάξουν ξανά τη ζωή τους, ζώντας αγαπημένοι μέχρι τον αδόκητο θάνατο του Δήμου Τσόκα από καρκίνο, σε ηλικία 77 ετών, το 1992.
Στη μαρτυρία της, η Έβελυν Μηλιώτη-Τσόκα, εκτός από την αφήγηση της κοινής τους πορείας αλλά και της δράσης του Φώτη Παρνασιώτη στην Αντίσταση, συμπεριλαμβάνει ένα διήγημα, βασισμένο σε πραγματικά περιστατικά, με ήρωα τον ίδιο κι ένα άλογο που του χάρισε στο βουνό ένας συναγωνιστής του («Συντρόφισσα Τζουλιάνα»), όπου αναδεικνύει πίσω από τον μαχητή έναν βαθιά συναισθηματικό άντρα, αλλά και μια σειρά από ποιήματα, στα οποία εκφράζει το αίσθημα της μοναξιάς που την κατακλύζει μετά τον θάνατο του συντρόφου της.

Σ.Κ.

Διανοίξεις του αισθητικού


ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΡΤΙΝΟΥ

Έργο της ομάδας Οι αρχιτέκτονες της Φάλαινας


THEODOR ADORNO, Ο φονξιοναλισμός σήμερα, μετάφραση Σπύρος Νάσαινας, επιμέλεια Αντώνης Οικονόμου, εκδόσεις Πλέθρο, σελ. 46
Το 1965, ο Theodor Adorno, καλείται, από τον Σύνδεσμο Γερμανών Επιτηδευματιών, να δώσει μια διάλεξη για τη αρχιτεκτονική. Η ομιλία του θα ξεκινήσει μ’ έναν δισταγμό. Πως μπορεί ένας φιλόσοφος να μιλήσει για υλικές κατασκευές μπροστά σ’ ένα εξειδικευμένο κοινό και μάλιστα της Νέας Αντικειμενικότητας [Neue Sachlichkeit], που καθόριζε ένα αυστηρό τεχνικό πλαίσιο στο σχεδιασμό των αντικειμένων, αποβάλλοντας κάθε αφηρημένη ιδέα περί αισθητικής; Ξεπερνώντας τον αρχικό δισταγμό του, που τον υπαγόρευε περισσότερο η ευγένεια, θα επιχειρήσει να εκθέσει τις αντοχές αυτού του νοήματος, μαζί με την έντονη δυσφορία του για «το στυλ της γερμανικής ανοικοδόμησης».  Ένας άλλος φιλόσοφος, ο Martin Heidegger, το 1951, θα εκφωνήσει στο Darmstadt, πάλι σ’ ένα κοινό αρχιτεκτόνων, την περίφημη ομιλία του Κτίζειν Κατοικείν Σκέπτεσθαι, εκφράζοντας κι αυτός, τη δυσανεξία του στο τεχνοποιημένο περιβάλλον της εποχής του. Η υλικότητα, στην αντίληψη της Νέας Αντικειμενικότητας, έχει τη δική της αλήθεια και οτιδήποτε επικάθεται πάνω της τη συσκοτίζει και τη διαστρέφει. Απαξίωνε έτσι κάθε διάκοσμο που φλυαρούσε πάνω στη σκοποθεσία των αντικειμένων που δεν ήταν άλλη απ’ τη χρηστικότητα και λειτουργικότητά τους. Μεγάλες σχολές, αισθητικές, εν τέλει, όπως θα καταδείξει κι ο Adorno, θα στηθούν πάνω σ’ αυτόν τον ασκητισμό. Ο φονξιοναλισμός, το Μπαουχάους, κι ο Μινιμαλισμός αργότερα, θα διαγράψουν, με διαφορετικές εντάσεις το καθένα, το περιβάλλον μιας νέας αντικειμενικότητας, που θα υπηρετεί με μια μηχανιστική προσέγγιση, τη ζωή του ανθρώπου.

Αράχνη


Στον Κ. Μ.

Δεν είμαι αράχνη.
Ένας ασήμαντος αρχιτέκτονας είμαι,
που όμως κάνει καλά τη δουλειά του.
Φτιάχνει το σχέδιο στο νου του
και μετά πιάνει
τον γνώμονα, τον διαβήτη και το μολύβι.
Και μ' αυτά τα εργαλεία της ψυχής
καμαρώνει,
λίγους μήνες πιο μετά,
το σπιτάκι έτοιμο,
να ζωντανεύει και να του λέει:
"Ε, ναι, λοιπόν, δεν είσαι αράχνη!
Αρχιτέκτονας είσαι,
γιατί είσαι άνθρωπος".

Γιώργος Μπουγελέκας


ΙΔΡΥΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΜΕ.Κ.Δ.Ε. ΤΟΥ Ε.Μ.Π.
Εκδήλωση
«Ξανά για το βιβλίο»
Ομιλητές: Δημήτρης Ρόκος, Θεμιστοκλής Ξανθόπουλος, Παναγιώτης Νούτσος
Polis Art Cafe, Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου
Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018, ώρα 20.00

Η ζωγραφική ως πράξη, και ως ερμηνευτική των ονείρων


ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Σχέδιο από την έκθεση του Δημήτρη Αναστασίου με τίτλο Α=-Α που πραγματοποιείται στην ena art Gallery (Βαλαωρίτου 9Γ, Αθήνα). Μέχρι 26/5


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Α=−Α, εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, σ. 114

«Το πρόβλημά μου ήταν ότι δεν είχα ιδέα τι έκανα εκεί, ξαπλωμένος, φαρδύς- πλατύς. Για το πώς είχα βρεθεί  σε αυτή την περίεργη θέση, στο μυαλό μου υπήρχε το απόλυτο κενό». Με αυτές τις φράσεις ξεκινάει το «εικονιστόρημα» του Δημήτρη Αναστασίου Α=-Α που συνοδεύει την ομώνυμη ατομική του έκθεση  στην art Gallery.
Ο ζωγράφος συνεχίζει στο ίδιο ύφος στην αμέσως ακόλουθη βινιέτα: «Άλλο ήταν που με προβλημάτιζε περισσότερο από την αμνησία μου και την περίεργη κατάστασή μου. Ήταν μια ριζικά ανοίκεια αίσθηση που κατέκλυζε την ύπαρξή μου και έκανε τον κόσμο να μου φαίνεται ξένος, σαν να έβλεπα για πρώτη φορά αυτά που είχα κοιτάξει χιλιάδες φορές στο παρελθόν». Ο πρώτος ενικός της αφήγησης αντιστοιχείται με το αυτοπορτραίτο του ίδιου του καλλιτέχνη, από ένα σχεδίασμα της μορφής του σε ύπτια θέση πάνω στις πλάκες ενός πεζοδρομίου. Και γρήγορα ο αναγνώστης καταλαβαίνει πως βρίσκεται εντός ενός οικείου και ταυτόχρονα παράδοξου κόσμου, όπως αυτός συγκροτείται στη σφαίρα του ονείρου.
H φροϋδική Ερμηνεία των ονείρων χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα πλέον εμβληματικά σημάδια του τέλους μιας εποχής και της αρχής μιας άλλης, ως το μονοπάτι εκείνο που θα οδηγούσε στην έξοδο από το fin de siècle. Καθόλου τυχαία μάλιστα, και για να σημασιοδοτηθεί έτι περαιτέρω η πολιτισμική αυτή «στροφή», ενώ το έργο κυκλοφόρησε τους τελευταίους μήνες του 1899 ως χρονολογία έκδοσής του αναγραφόταν το 1900, καλωσορίζοντας τον καινούριο αιώνα. Για την ερμηνεία τους ο Freud, ως γνωστόν,  στηρίχθηκε όχι μόνο σε αφηγήσεις ονείρων ασθενών του, αλλά και στην επισταμένη εξέταση των δικών του. Ασφαλώς, ο αιώνας που ακολούθησε την έκδοση του έργου ήταν, ανάμεσα σε άλλα, και αυτός μιας διαρκούς τάσης καταβύθισης στα απροσμέτρητα βάθη του εαυτού, στις αθέατες και ανεξερεύνητες πτυχές του, γεγονός που ασφαλώς συνέτρεξε πλείστες όσες καλλιτεχνικές πρακτικές κατά τη διάρκειά του.