17/12/17

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την 8η έκθεση του The Symptom Projects με τίτλο Τουρισμός που πραγματοποιήθηκε στο Παλιό Νοσοκομείο της Άμφισσας σε επιμέλεια της Ελπίδας Καραμπά και της Γλυκερίας Σταθοπούλου

Ραλλού Παναγιώτου, Kalypso (Volume ΙI), 2016, απόσπασμα video

Αθήνα ή Ιερουσαλήμ;

Λόγος ή Πίστη, φιλοσοφική αναρώτηση ή το Υψηλό του βιβλικού Θεού;

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ

GERSHOM SHOLEM - HANNA AREND, Δύο επιστολές για τη ρηχότητα του κακού. Εισαγωγή-μετάφραση-σημειώσεις: Παναγιώτης Τσιαμούρας, εκδόσεις Άγρα, σελ. 96

Θα ήταν μάλλον ανάρμοστο να σταθεί κανείς σε δύο επιστολές για να αποτιμήσει το έργο σημαντικών στοχαστών όπως η Χάννα Άρεντ και ο Gershom Sholem. Και μάλιστα όταν ο Σόλεμ, παρ’ ότι υπάρχουν ορισμένα σημαδιακά συγγράμματά του μεταφρασμένα στην ελληνική, παραμένει σχεδόν άγνωστος στο ευρύ αναγνωστικό κοινό.
Όσον αφορά στην Άρεντ, όμως, θα πρέπει να πούμε ότι υπάρχει διάχυτο ένα ζωηρό ενδιαφέρον γύρω από τα πολιτικά κατά βάση συγγράμματά της, τα σχετικά με τις ιδέες της δημοκρατίας, της επανάστασης και της βίας μα και του ολοκληρωτισμού. Μέχρι το σχετικά πρόσφατο παρελθόν το έργο της δεν αποτελούσε έναν τόπο συζήτησης για την αριστερά, αφού παρέκκλινε από τους δικούς της κοινούς τόπους. Ειδικά το ζήτημα το οποίο η Άρεντ έφερε στο προσκήνιο -και απετέλεσε σημείο αναφοράς για την αντικομμουνιστική προπαγάνδα-, ο ολοκληρωτισμός, φαίνεται να παραμένει κόκκινο πανί για μεγάλη μερίδα της αριστεράς, χωρίς και το εν λόγω σύγγραμμά της να έχει διαβαστεί στα σοβαρά. Κι αυτό ασφαλώς σημαίνει πως δεν του έχει ασκηθεί μια ουσιαστική κριτική.
Εν πάση περιπτώσει, απλοποιώντας, ας πούμε ότι εάν για την Άρεντ η αρνητική στιγμή, υπό την έννοια της άρνησης ενός καθεστώτος, είναι ο ολοκληρωτισμός, η θετική είναι η ιδεώδης (αρχαία ελληνική) δημοκρατία όπως αναλύεται στο μείζον πολιτικό σύγγραμμά της Η ανθρώπινη κατάσταση (1958). Ο ενδιάμεσος κατά κάποιον τρόπο κρίκος θα μπορούσε να είναι Η επανάσταση (1963), ένα σύγγραμμα το οποίο καταλήγει στην ιδέα των εργατικών συμβουλίων, σαν μια μοντέρνα εκδοχή της δημοκρατίας.

Άρωμα μεταμοντέρνου

Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου, Κεφάλια, 2017, ασπρόμαυρο φιλμ Super 8 μεταγραμμένο σε ψηφιακό video, φωτ.: Νίκος Αλεξόπουλος


ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΑΡΤΙΝΟΣ, Αγαπημένη μου Lyda, Εκδόσεις Κριτική, σελ. 144

Έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια από τότε που ο Θανάσης Βαλτινός με το «Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60» κατάφερε να συνθέσει ένα μυθιστόρημα με θέση, αφηγηματική συνέχεια, χαρακτήρες και δομή χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από εφημερίδες, επιστολές, στήλες περιοδικών κι άλλα δεδομένα από έντυπα της δεκαετίας του ’60. Ο Αποστόλης Αρτινός επιτυγχάνει ένα ανάλογο, αν και με πολλές διαφοροποιήσεις πόνημα. Το σύντομο μυθιστόρημά του βασίζεται σε μια σειρά επιστολών που ο συγγραφέας ομνύει ότι είναι πραγματικές. Τις έγραψε στη διάρκεια μίας δεκαετίας μια δασκάλα που ονομαζόταν Αικατερίνη Αγάθου αλλά υπογράφει ως Μπεμπούλα. Η Lyda ήταν η αδελφή της, το πραγματικό όνομα της οποίας ήταν αρκετά πιο πολύπλοκο καθώς λεγόταν Ροζαλίνδη. Εκτός από τις επιστολές, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως επιπρόσθετο υλικό κείμενα από τετράδιο της δασκάλας, όπου βρίσκουμε μεταφράσεις ποιημάτων από τα Αγγλικά, αποσπάσματα κειμένων και μια τρισέλιδη περιγραφή του Ηνωμένου Βασιλείου!
Εντείνοντας το άρωμα μεταμοντέρνου που διαποτίζει το αφήγημα, ο Αποστόλης Αρτινός παρεμβαίνει κι ο ίδιος στο κείμενο, μιλώντας ουσιαστικά για τα συναισθήματα που του δημιουργούν τα ίδια τα αποσπάσματα κι οι επιστολές που παραθέτει, για την αίσθησή του, γι’ αυτά που μαντεύει για τη ζωή της «Μπεμπούλας». Κι η αλήθεια είναι ότι μέσα από τις επιστολές, μέσα από τα φαινομενικά άχρηστα κείμενα του «τετραδίου» και μέσα από τις παρεμβάσεις του συγγραφέα, προκύπτει πράγματι εκείνο που και ο Θανάσης Βαλτινός είχε σε σχέση με άλλη ιστορική περίοδο καταφέρει: να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα εποχής, να συναισθανθεί ο αναγνώστης τον πόνο, τη μοναξιά, την αγωνία της πρωταγωνίστριας, να σχηματίσει εικόνα του χαρακτήρα της αλλά και των ελληνικών χωριών και της πόλης στην περίοδο πριν και μετά την δικτατορία του Μεταξά. Η αποπνικτική ατμόσφαιρα του χωριού, ο ρατσισμός προς την μορφωμένη γυναίκα – δασκάλα, η αδιαφορία των χωρικών αλλά και του οικογενειακού περιβάλλοντος, η μοναξιά στη συνέχεια της μεγάλης πόλης, τα αδιέξοδα της προπολεμικής ζωής, είναι μερικά από τα στοιχεία που αναδύονται στο σύντομο βιβλίο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ

Προβοκάτσια σε μια επέτειο

Στις ΗΠΑ φέτος, οι σύντροφοι κόκκινοι πήραν την εξουσία!
Έτσι σαν πολίτης μιας ελεύθερης χώρας
Ονειρεύομαι από τώρα πια
Tην καινούργια μου ζωή στην Αλάσκα.

Νίκος Καζιάνης

Σπύρος Ασδραχάς (1933-2017)



ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

Η μορφή του Σπύρου Ασδραχά δεσπόζει στην ελληνική ιστοριογραφία, αλλά και, γενικότερα, στην πνευματική ζωή, επί σχεδόν μισό αιώνα. Αναντίρρητα και δικαίως. Η δεσπόζουσα μορφή του δεν μπορεί να περικλειστεί στο πλαίσιο του κορυφαίου ιστορικού του οικονομικού κατά την τουρκοκρατία. Και όχι μόνο γιατί η διττή  παρουσία του στον δημόσιο χώρο, ως επιστήμονα κι ως αρθρογράφου, ως ενός ανθρώπου που δεν διστάζει να πάρει θέση στα ζητήματα του καιρού του, ξεπερνά πολλαπλώς την, συνηθισμένη πια, στα χρόνια μας,  στενότητα της κοινωνικής θέσης και της σκοπιάς ενός εξειδικευμένου ειδήμονα, ενός ιστορικού-τεχνοκράτη. Ο Ασδραχάς υπήρξε ένα exemplum, και το έργο του, αυτονομημένο από την φθαρτότητα του συγγραφέα του, θα μένει ως ορόσημο και οδόσημο.
Άλλωστε, και μόνο διά της γλώσσας του, θα μπορούσε κάποιος αναγνώστης να το διαισθανθεί. Τί έχει να μας πει, όμως, αυτή η ίδια; Πρόκειται για μια γλώσσα κοινή, και  στις δυο οδούς παρέμβασης στον δημόσιο χώρο. Διότι ο Ασδραχάς δεν έκανε ποτέ «εκλαΐκευση», σύμφωνα με τον όρο (και τους όρους) του συρμού. Ακόμα κι όταν γράφει σε εφημερίδες, γράφει σύμφωνα με την πειθαρχία του ιστορικού, με την ιδιαίτερη μέθοδο παρουσίασής του, κι όχι με τα καμώματα του δημόσιου διανοούμενου, αυτής της σύγχρονης μετεξέλιξης του ιεροκήρυκα.
Θα μπορούσε κανείς να σταθεί στο αναγνωρίσιμο ύφος του συγγραφέα. Δικαίως, υπό μία έννοια, διότι η περίτεχνα κατασκευασμένη γλώσσα του Ασδραχά αποτυπώνει τόσο την ευρύτητα των διαβασμάτων του, όσο και μια μεθοδική τριβή με την τέχνη του λόγου. Αυτή η προσέγγιση, όμως, θα ήταν περιοριστική,  αν όχι και άγονη, στην περίπτωση που θα εκτρεπόταν σε  μια ατέρμονη και αβαθή συζήτηση περί λογοτεχνικότητας και ιστορίας. Θα μιλούσαμε για την καλλιέπεια της κατασκευής, αλλά θα μας διέφευγε η λογική και η μέθοδος παρουσίασης του ιστορικού υλικού.

Στα μονοπάτια του λαβύρινθου

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗ

Τον Σπύρο Ασδραχά τον γνώρισα αρκετά αργά, κυρίως μέσα από τα σεμινάρια των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. Δεν υπήρξα μαθητής του, μολονότι κατά τη διάρκεια των σπουδών μου κατέφυγα συχνά στα γραπτά του. Συνεπώς, τούτες οι λίγες σκέψεις την ημέρα του αποχαιρετισμού δεν έχουν να κάνουν με τη συμβολή του στην ιστοριογραφία –το έκαναν πολλοί αυτές τις μέρες, κατά τεκμήριον αρμοδιότεροι, και ασφαλώς η αποτίμηση του έργου του ή, καλύτερα, της παρέμβασής του στην ελληνική ιστοριογραφία θα μας απασχολήσει εκτενώς στο μέλλον.
Η συμβολή αυτή εκτείνεται πολύ πέραν του πεδίου που ο ίδιος υπηρέτησε κατεξοχήν, το πεδίο της οικονομικής ιστορίας· επιδρά ουσιαστικά, χωρίς συχνά αυτό να γίνεται αντιληπτό, στο σύνολο της ιστορικής γραφής· και ίσως γονιμοποιεί ουσιαστικότερα το έργο ιδίως εκείνων που δεν υπήρξαν, stricto sensu, μαθητές του.
Ακούγοντάς τον Σπύρο Ασδραχά είχα πάντα την αίσθηση πως με τις πρώτες του λέξεις άνοιγε την πόρτα ενός λαβύρινθου, στα μονοπάτια του οποίου σε καλούσε να τον ακολουθήσεις. Δεν ήταν πάντα εύκολο· συχνά χανόσουν, και το ίδιο συνέβαινε με τα περισσότερα από τα γραπτά του. Αν όμως κράταγες γερά τον μίτο που σου πρόσφερε, βγαίνοντας από τον λαβύρινθο, όταν μετά από ατέλειωτες παρενθετικές προτάσεις έβαζε την νοητή τελεία, καταλάβαινες τις συνάψεις όλων εκείνων των στοιχείων, των ιστοριών, των αφορισμών που αναφύονταν στη διαδρομή.
Έδινε, σε μένα τουλάχιστον, την αίσθηση ενός Σωκράτη καταμεσίς στην αγορά της ιστορικής κοινότητας· όταν έπαιρνε τον λόγο επιβαλλόταν, ασφαλώς με το κύρος του, αλλά, κυρίως, με τον χαμηλόφωνο τόνο του. Έπρεπε να εντείνεις την προσοχή σου για να μπορέσεις να τον ακούσεις, πρώτα, και στη συνέχεια να καταλάβεις το επιχείρημα που σιγά-σιγά οικοδομούσε. Δεν νομίζω πως ήταν κάτι που έκανε συνειδητά, αλλά ήταν ένα επιτυχημένο «στρατήγημα». Η χαμηλή φωνή του ήταν το χέρι που σου έτεινε για να τον ακολουθήσεις στα μονοπάτια του λαβυρίνθου.

Μια ακόμα στιγμή με τον Σπύρο



ΤΟΥ Ν. Ε. ΚΑΡΑΠΙΔΑΚΗ

Ο Σπ. Ι. Ασδραχάς υπήρξε δικαίως εμβληματικός. Ακατανόητος από τα στερεότυπα, δραπέτης των βολικών ταξινομήσεων. Πρωτότυπος και αισθαντικός στοχαστής της ζωής των ανθρώπων, της οικονομίας τους, των συνηθειών τους, της ζωής τους, υπήρξε πρώτα παρατηρητής, στη συνέχεια στοχαστής και λόγιος, αφού μετέτρεπε κάθε του παρατήρηση σε στοχασμό και, ακολούθως, την παρέβαλε και τη σύγκρινε με αυτά που κι άλλοι είχαν γράψει σχετικά, για να ’ρχεται στο τέλος με μια καινούρια ματιά, με μια δροσερή σκέψη.
Παρατηρητής κατά τον τρόπο του ζωγράφου ή του λογοτέχνη, αφού ήξερε ν’ απομονώσει μέσα από ένα συνεχές αυτό που θα μπορούσε ν’ αποτελέσει το τοπίο, ή το στιγμιότυπο, που θ’ άξιζαν ν’ αποτυπωθούν. Ν’ απομονώσει από μια μονοτονία τη σκηνή που θα συνιστούσε το κωμικό ή το τραγικό. Αρκούσε να σου διηγηθεί την πιο κοινή ιστορία, πώς, ας πούμε, μετακινούνταν μ’ ένα καΐκι η οικογένειά του από την Κεφαλονιά στη Λευκάδα, εκεί στις αρχές της Κατοχής, για να σου ξετυλίξει όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση της προπολεμικής κοινωνίας, το χιούμορ και τις προκαταλήψεις της κάθε κοινωνικής τάξης. Να σου διηγηθεί για τον τάδε ή τον δείνα χαρακτηριστικό ανθρώπινο τύπο της προπολεμικής και μεταπολεμικής Λευκάδας, για ν’ αναδείξει όλα τα πορτραίτα της πόλης και συνάμα όλη την κοινωνική της στρωματογραφία. Να πάρει την τάδε λεπτομέρεια από μια κινηματογραφική ταινία, του ιταλικού κατά προτίμηση κινηματογράφου, για να σε κάνει να παρακολουθήσεις όλα τα νήματα των αλληλοεξαρτήσεων μεταξύ των ανθρώπων, όπως έκανε αναλύοντας την ταινία το «Δένδρο με τα τσόκαρα».

Σπύρος Ι. Ασδραχάς, ο δικός μας μεγάλος άντρας



ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ Θ. ΠΙΖΑΝΙΑ

Με αφορμή τον θάνατο του Fernand Braudel το 1985, ο Σ. Ι. Ασδραχάς μου είχε αναλύσει ένα μοναδικό τρόπο να διαβάζουμε τον εμπορικό καπιταλισμό στα καθ’ ημάς, κάνοντας ταυτόχρονα κριτική στον μεγάλο Γάλλο ιστορικό, τον οποίο θαύμαζε, σχετικά με την αποφυγή των εννοιών και την προτίμησή του στις μεταφορές. Όπως συνήθως, είχε χρησιμοποιήσει πολύπλοκα εννοιολογικά εργαλεία. Αυτή η πολυπλοκότητα της ανάλυσης του Σ. Ι. Ασδραχά ταίριαζε τέλεια με την ευρύτατη και εξαιρετικά αφομοιωμένη καλλιέργειά του, επιστημονική και γενικότερη, αλλά πρόκειται για πολυπλοκότητα στην διαδικασία της ανάλυσης η οποία οδηγούσε πάντοτε σε τελικές ερμηνείες απλές, ευφυείς και συχνά αναπάντεχες. Ο μαρξισμός του, ενσωματωμένος και πολυπρισματικός, συνυφασμένος με μια ιδιαιτέρως επεξεργασμένη αριστερή πολιτικοποίηση και αγάπη για την χώρα και τον τόπο του την Λευκάδα, αποτελούσαν ορισμένες από τις προϋποθέσεις για τον πολύ σημαντικό, ενίοτε ιδιοφυή, ιστορικό που ήταν ο Σ. Ι. Ασδραχάς. Ωστόσο, αυτές οι ίδιες οι προϋποθέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν, τον ίδιο όπως και οποιονδήποτε, σε ένα πλούσιο λογιοτατισμό, να έχουμε δηλαδή απέναντι μας έναν εμβριθή εγκυκλοπαιδιστή πρώτου επιπέδου ανάλυσης. Νομίζω, μάλλον είναι προφανές, πως ο Σ. Ι. Ασδραχάς ήταν επιστήμονας με την ιδιαιτέρως αυστηρή σημασία και παραμένει μέσα από το έργο του. Υποστήριζε, και εξακολουθεί με τα γραπτά του, πως η ιστορία είναι μια επιστήμη με πλήρες μεθοδολογικό οπλοστάσιο, μάλιστα συνεχώς διευρυνόμενο από τις άλλες βασικές κοινωνικές επιστήμες στην λογική της ενσωματωμένης (και όχι παραθετικής) διεπιστημονικότητας: «η ιστορία έχει το δικό της ιδιαίτερο αποδεικτικό επίπεδο, τις αφηρημένες έννοιες και τα τεχνικά εργαλεία να το συγκροτεί διαρκώς», να το αναπαράγει.

Εικονοπλαστική δύναμη

ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΡΟΥΣΣΟΥ

Ζήσης Κοτιώνης, Trans Culturism: An Emotional Grammar, εγκατάσταση, διαστάσεις μεταβλητές, φωτ.: Νίκος Αλεξόπουλος


ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ, Ο μεγάλος δρόμος, αφηγήματα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 184
                                                                                                                    Αν, όπως λένε, πατρίδα μας
                                                                                                                   είναι τα παιδικά μας χρόνια
                                                                                                           τότε είναι μια πατρίδα
  που συνεχώς απομακρύνεται…
Τίτος Πατρίκιος

Αφηγήματα κατανεμημένα σε 15 ενότητες με τίτλο Ο μεγάλος δρόμος απαρτίζουν το νέο βιβλίο του Χριστόφορου Λιοντάκη. Με τον Μεγάλο δρόμο ο ποιητής που μετακόμισε με τον Μινώταυρό του στην Αθήνα [Ο Μινώταυρος μετακομίζει (1982)] επιστρέφει μέσω της γραφής στη γενέθλια γη αλλά κυρίως στο χώρο της παιδικής ηλικίας επιχειρώντας να σταθεροποιήσει την ολοένα και πιο μακρινή αυτή πατρίδα. Μια τέτοια επιστροφή σε πεζό λόγο την είχαν τρόπον τινά προαναγγείλει κείμενα από το Νυχτερινό Γυμναστήριο (1993) ενώ απαντά και στο ποιητικό έργο του Λιοντάκη.
Τα παραπάνω νομίζω παρέχουν την απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα του «γιατί» αυτού του βιβλίου. Απ’ τη μια υπάρχουν οι προσωπικοί λογαριασμοί με το ατομικό παρελθόν, μια απόπειρα συμφιλίωσης με τη γη των προγόνων. Να περάσει δηλαδή στις τυπωμένες λέξεις η δύσκολη ψηλάφηση της παιδικής ηλικίας με τα τραύματά της και ο άνισος αγώνας δρόμου με τον χρόνο, όπως εξάλλου ο ποιητής υπαινίσσεται στο «Υστερόγραφο», που ανοίγει τη συλλογή αυτών των πεζών. Απ’ την άλλη, ο Λιοντάκης σκόπιμα αποκαλύπτει μέρος του πρωταρχικού υλικού από το χώρο του ατομικού, που αποτέλεσε μια από τις βάσεις του ποιητικού του έργου. «Όπως η φύση να κρύβομαι αγαπώ» έγραφε (Ο ροδώνας με τους χωροφύλακες) τώρα όμως προχωρεί σε μια μερική ανατροπή του στίχου καθώς φέρνει στο φως τμήμα των τραυμάτων αλλά και της μαγείας της παιδικής ηλικίας που γέννησαν ποίηση. Ο αναγνώστης του Μεγάλου δρόμου που θα ανατρέξει στις συλλογές Ο Μινώταυρος μετακομίζει (1982) ή Ο ροδώνας με τους χωροφύλακες (1988) θα αναγνωρίσει πλέον το βιωματικό υπόστρωμα που τις τροφοδότησε. Τα θραύσματα αυτά αναμνήσεων που αποδόθηκαν με τον αφαιρετικό και συχνά λυρικό τρόπο της ποίησης του Λιοντάκη τώρα αναπτύσσονται σε πλήρεις εικόνες με την ευχέρεια που παρέχει ο πεζός λόγος. 

Εμπειρία ζωής

ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Ινώ Βαρβαρίτη- Γιάννης Δελαγραμμάτικας, Τhe willingness to revisit, εικαστικό-ερευνητικό πρότζεκτ σε εξέλιξη


ΤΖΙΟΥΖΕΠΠΕ ΟΥΝΓΚΑΡΕΤΤΙ, Ο ποιητής της λέξης, της ομορφιάς και της σιωπής, Ποιήματα, Επιλογή-μετάφραση-σχόλια: Γιάννης Παππάς, Εισαγωγή: Massimo Cazzulo, Εκδόσεις Διαπολιτισμός, σελ. 328

Μόνον ένας ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να μιλήσει, δίχως οδυνηρές αυταπάτες, για την ελευθερία. Μόνον ένας ελεύθερος ποιητής μπορεί να μας βοηθήσει να ανασκευάσουμε εκείνη τη λεπτή γραμμή που ενώνει το να κάνει ποίηση με την έννοια της ελευθερίας.
Ο Ουνγκαρέττι –το μαρτυρούν η βιογραφία του και οι επιλογές ζωής- υπήρξε ένας ελεύθερος άνθρωπος και ένας μεγάλος ποιητής. Οι κριτικοί της εποχής του τον χαρακτήρισαν ως «την πιο δυνατή ποιητική προσωπικότητα των τελευταίων χρόνων». Μια κριτική βασισμένη στα ποιήματά του που ο ίδιος ποτέ δεν διέψευσε.
Είναι ελεύθερη η γλώσσα του, αλλά είναι ολόκληρη η ποίησή του ελεύθερη, σημαδεμένη από μια δραματική αναζήτηση της ελευθερίας, αλλά και της αλήθειας που πάντα εναγωνίως έψαχνε.
Ο Ουνγκαρέττι, μένοντας πάντα μακριά από τους πειρασμούς μιας αφαιρετικής, τεχνικής, βιομηχανικής ποίησης, έκανε όπως εκείνοι οι ζωγράφοι εσωτερικών ή εξωτερικών χώρων που έψαχναν πάντα ένα φως, την καρδιά ενός πρωινού, ενός δωματίου, καθισμένοι στο μπράτσο μιας πολυθρόνας, τα εκθαμβωτικά φώτα ενός χειμωνιάτικου απογεύματος, τη λάσπη ενός μονοπατιού που δεν ξέρουμε προς τα που μας οδηγεί. Εμπειρία του συγκεκριμένου που ξαφνικά αναδεικνύει ένα πεπρωμένο, ένα ρεύμα, ένα μυστικό: κι αυτό το μυστικό δεν είναι ποτέ μια υποσυνείδητη ουσία, αλλά ένα συναίσθημα του κόσμου, το παρορμητικό και βίαιο χτύπημα μιας ζωτικής δύναμης που μοιάζει ουρανός, σκιά, πράγμα, χωρο-χρόνος ένα πάντα στο hic et nunc της εύθραυστης αίσθησής μας.

Πόσος χρόνος μας μένει, αλήθεια;

ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΥΣΙΚΟΜΑΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

NAOMI KLEIN, VANDANA SHIVA, JEAN JOUZEL, SUSAN GEORGE, Κλίμα. Σταματήστε τώρα το έγκλημα , Μετάφραση: Βασίλης Παπακριβόπουλος, εκδόσεις Angelus Novus, σελ. 388

Ζούμε σε έναν κόσμο, στον οποίο δεν υπάρχει το “κάπου αλλού»  
ΤΙΜΟΘΙ ΜΟΡΤΟΝ
Ζούμε σε μια εποχή, στην οποία όσα παλιότερα ήταν δυστοπική πρόγνωση με μεγάλη δόση υπερβολής έχουν μετατραπεί ήδη σε ενεργές απειλές. Ειδικά το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής τέτοιο, που επιβάλλει την επιτακτική και άμεση παρέμβαση επί ποινή πραγματικής κατάρρευσης του ανθρώπινου πολιτισμού.
Το δυστύχημα είναι πως, όπως σημειώνει η Ναόμι Κλάιν, «έκανε την εμφάνισή του σε μια στιγμή της ιστορίας μας όπου οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για να κατορθώσουμε να αντιμετωπίσουμε μια πρόκληση τέτοιας φύσεως και τόσο μεγάλης εμβέλειας: για την ακρίβεια, επρόκειτο για τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν ξεκινούσε μια σταυροφορία για να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο το κίνημα για την κατάργηση κάθε ρυθμιστικού πλαισίου στον τομέα της οικονομίας. Η κλιματική αλλαγή είναι μια οικουμενική υπόθεση που απαιτεί ένα είδος συλλογικής απάντησης, πρωτοφανές σε ολόκληρη την ανθρωπότητα».
Με άλλα λόγια, η –όση– συνειδητοποίηση του προβλήματος συνέπεσε με την επικράτηση του θατσερισμού και τη νεοφιλελεύθερη παράκρουση υπέρ του «ιδιωτικού» και της αγοράς ως πανάκειας διά πάσαν νόσον και μαλακίαν. Που σημαίνει πως «τη στιγμή ακριβώς που απαιτούνταν από τις περιστάσεις να ασκήσουμε έναν άνευ προηγουμένου έλεγχο στις δραστηριότητες των επιχειρήσεων έτσι ώστε να προστατεύσουμε τη ζωή πάνω στη Γη, η εξουσία του ιδιωτικού τομέα μεγάλωνε», με πραγματικά ακραίο τρόπο.
Είναι πολύ πιθανό, λοιπόν, αν δεν αναστραφεί αυτή η συνθήκη να υποστούμε εμείς και οι απόγονοί μας την τραγική επίπτωση ενός χαμένου ραντεβού, το οποίο με τίποτε δεν θα έπρεπε όχι να χαθεί, αλλά ούτε καν να καθυστερήσει. Είναι πολλές και ισχυρές οι ενδείξεις πως τα πράγματα εξελίσσονται πραγματικά στο όριο. Και μ’ όλο που πολλοί άνθρωποι είναι ενήμεροι για τις σχετικές διακινδυνεύσεις, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως υπάρχει πραγματική συνειδητοποίηση της κλίμακας και της επιτακτικότητας του προβλήματος της ήδη συντελούμενης κλιματικής αλλαγής.

Ένα παράδοξο σύμπαν

ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ ΚΟΥΜΑΣΙΔΗ

Μαρία Λάλου και Skafte Aymo-Boot, ANTIMONUMENTS, 1964-2013


ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ, Οι μικροί μου ήρωες, ποιήματα, εκδόσεις Άγρα, σελ. 96

Η ποίηση του Γιάννη Ζέρβα διαθέτει ορισμένα πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: μεταξύ άλλων είναι συνειδητά πειραματική, καινοτόμος και –καθόλου αμελητέο- διόλου βαρετή. Χρησιμοποιεί συχνά ως καμβά διερωτητικά επινοημένα ημι-προσωπεία συγκροτώντας μια ήπια, αποδεκτή και παραγωγική μεταμοντέρνα τεχνοτροπίαˑ όλα αυτά ήδη από την εποχή της Τζούλιας (Εγνατία/Τραμ, 1983), της Τζούλιας 2 (Άγρα, 2010) και της προηγούμενης συλλογής του Massimo Gentile Mass/Age vs Body/Work (Άγρα, 2015), στο ενδιάμεσο των οποίων παρενεβλήθησαν άλλες τέσσερις ποιητικές συνθέσεις.
Η νέα του συλλογή με τίτλο Οι μικροί μου ήρωες είναι κι αυτή παιγνιώδης και ταυτόχρονα προσφερόμενη για διπλή ανάγνωση. Παιγνιώδης, επειδή χρησιμοποιεί ως τίτλους, ως σημεία αναφοράς ήρωες παιδικούς, οι περισσότεροι εξ αυτών  ήρωες λογοτεχνικοί και ουχί super heroes αλλά και εξαιτίας της τεχνοτροπίας της. Και διπλής δυνητικής ανάγνωσης επειδή τα ποιήματα μπορούν να διαβαστούν σε συνομιλία με τους τίτλους τους αλλά και αυτόνομα. Στην πρώτη δυνατότητα ανάγνωσης εντοπίζουμε και τον διακειμενικό χαρακτήρα της συλλογής: παραθέτοντας έναν τίτλο, ο αναγνώστης αμέσως ανακαλεί τον αντίστοιχο χαρακτήρα και –αρκετά– πιθανόν την ιστορία του. Έτσι, έχουμε μια υπόρρητη, λανθάνουσα συνύπαρξη και συνομιλία των δύο ιστοριών, εκείνη του ‘‘τιτλούχου’’ λογοτεχνικού ήρωα και εκείνης που διαρθρώνεται στο ποίημα του Ζέρβα.

Δεκέμβρης

Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου, Ουρανός Άουσβιτς, 2017, σκληρόδετο βιβλίο, φωτ.: Νίκος Αλεξόπουλος


Βροντερά τα "νέα". Ο «άριστος» αναζητά τροχονόμο για να σταματήσει τον χείμαρρο της καταστροφής και ο Δικαστής εξανίσταται γιατί κάποιος θέλει να ψάξει τις θυρίδες του. "Κραταιοί θεσμοί" ηγεμονεύουν το παρόν με αξιοσύνη ζηλευτή. Αλλά εγώ αγνόησα τις λαμπρές φωταψίες της μεγάλης πόλης και αφέθηκα στις καρικατούρες των Οθωμανών. Πόσο εξαίρετη ήταν η βόλτα του Ερντογάν στην Κομοτηνή. Παρασκευή μεσημέρι στην αυλή του σχολείου μοίραζε δώρα στα παιδιά μετά το ναμάζι. Παλιά οθωμανικά μεγαλεία. Κάπως έτσι λειτουργούσαν οι Σουλτάνοι τις Παρασκευές. Έδιναν δώρα στους φτωχούς και στα παιδιά μετά την μεγάλη προσευχή.
Αλλά πέρασαν οι παλιοί αιώνες. Και τούτα τα μεγαλεία φαντάζουν πια άσχημα φαντάσματα της ιστορίας. Ούτε χιλιάδες λαού είχε να τον περιμένουν. Πέρασαν χρόνια από τότε που νέος πρωθυπουργός είχε ξαναέρθει στην πόλη. Τότε είχαν πάει πολλοί να δουν αυτόν που γκρέμισε το καθεστώς. Σήμερα είναι αυτός πια το καθεστώς. Ούτε οι "γύφτοι" της Καλκάντζας δεν πήγαν να τον δουν. Κατάλαβαν οι γητευτές των δρόμων ότι η παράσταση δεν πουλά. Αλλά να το σκεφτούμε καλά σύντροφοι, γιατί δεν πήγε ο κόσμος της Κομοτηνής στο μεγάλο πανηγύρι; Γιατί μέρες πριν είχε εν τοις πράγμασιν διαψεύσει τα τρομολαγνικά σενάρια που διακινούσαν οι περιφανείς του Τύπου των Αθηνών; Γιατί ακόμα και τώρα παίζουν θλιβερά σενάρια και εξυφαίνουν "συνωμοσίες". Αν με ανοιχτά τα ματιά και τα αυτιά περπατούσαν στους δρόμους της Κομοτηνής αυτές τις μέρες, τότε ίσως μπορούσαν να δουν τις αλήθειες. Και να στοχαστούν πάνω σε τούτη την πραγματικότητα που υπάρχει.