22/10/17

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση έργων του Δημήτρη Α. Φατούρου με τίτλο Εικαστική δίοδος- Αρχείο 1966 που πραγματοποιείται στο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης του ΜΙΕΤ (Βίλα Καπαντζή, Βασιλίσσης Όλγας 108, Θεσσαλονίκη). Επιμ. Χριστόφορος Μαρίνος. Μέχρι 5/11

Δημήτρης Α. Φατούρος, Χωρίς τίτλο, 1963, μεικτή τεχνική σε χαρτί, 29 x 21,5 εκ.

Τέχνη και πολιτισμός σε μια χώρα της περιφέρειας

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

[Εισήγηση στην ημερίδα «Ο δυτικός και οι λαϊκοί πολιτισμοί», που έλαβε χώρα στο Γκάζι, και διοργανώθηκε από την «Οργάνωση Γη», στις 18/10]
Με βάση τον τίτλο της ημερίδας, εγκαλούμαι να μιλήσω ως πολίτης. Και ως «ενημερωμένος πολίτης» είναι βέβαια πολύ εύκολο να ξιφουλκήσω κατά του κυρίαρχου δυτικού πολιτισμού, που απομυζά και εν τέλει εξαφανίζει τους κυριαρχούμενους, και αυτόχρημα λαϊκούς, πολιτισμούς, επιβάλλοντας τα δικά του πρότυπα.
Δεν θα το κάνω. Γιατί πιστεύω ότι αν έμπαινα στη συζήτηση από μια τέτοια θέση, τη θέση του πολίτη, αναγκαστικά θα μιλούσα με όρους εξουσίας, μεταξύ πολιτισμών και κρατών, και θα κατέληγα, νομίζω αναπόδραστα, σε κάποια εκδοχή του αντιστασιακού λυρισμού. Δηλαδή, θα κατέληγα να παρακάμψω το κύριο ζητούμενο, όταν μιλά κανείς από τη θέση του πολίτη, δηλαδή το πολιτικό επίδικο, και θα θρηνούσα για τους λαϊκούς πολιτισμούς που συνθλίβονται και χάνονται. Στο βαθμό όμως που οι κοινωνίες πέραν του δυτικού κόσμου επιλέγουν, ή έστω αποδέχονται, το δυτικό, καπιταλιστικό, οικονομικό και κοινωνικό καθεστώς, κατ’ ανάγκην επιλέγουν και αναπαράγουν τον δυτικό πολιτισμό ως κυρίαρχο, καθώς και, συμπληρωματικά, δικές τους, ιδιαίτερες πολιτισμικές εκφράσεις, συμβατές όμως με το κυρίαρχο πρότυπο. Το ερώτημα της ημερίδας, λοιπόν, όπως τίθεται, είναι ακραιφνώς πολιτικό, και επί αυτού δεν νομίζω ότι θα είχα να πω κάτι πρωτότυπο και ενδιαφέρον. Απλώς, συμπάσχω κι εγώ, υπό την έλλειψη πολιτικού προτάγματος.
Έτσι, θα προτιμήσω να μιλήσω ως συγγραφέας. Και θα αρχίσω αναφερόμενος στη δυτική τέχνη, καθώς και στην τέχνη των κυριαρχούμενων χωρών. Με σκοπό να επισημάνω μια μεγάλη διαφορά: εδώ, τα πράγματα δεν είναι αντίστοιχα.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΟΙΗΤΩΝ ΤΗΣ «ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ‘70» 23 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2017, 7:30 μ.μ.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ «ΑΤΛΑΝΤΙΣ» (ΛΕΩΦ. ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ 245)

Θα προλογίσει ο κριτικός λογοτεχνίας Αλέξης Ζήρας
Ποιήματα των εκλιπόντων ποιητών θα απαγγείλουν οι ηθοποιοί Όλγα Δαμάνη και Βαρβάρα Λαζαρίδου
Επενδύει μουσικά τις απαγγελίες ο Βασίλης Κανελλόπουλος
Λαμβάνουν μέρος οι ποιητές:
Αγγελάκη-Ρουκ Κατερίνα, Αλεξίου Δημήτρης, Βαγενάς Νάσος, Βαρβέρης Γιάννης, Βέης Γιώργος, Βιστωνίτης Αναστάσης, Γκανάς Μιχάλης, Γκρης Ηλίας, Δαλακούρα Βερονίκη, Ευσταθιάδης Γιάννης, Ζερβού Ιωάννα, Ζώτος Απόστολος, Θεοχάρης Γιώργος, Ίσαρης Αλέξανδρος, Καλοκύρης Δημήτρης, Καπώνης Πάνος, Καραβασίλης Γιώργος, Κεφάλας Ηλίας, Κοντός Γιάννης, Κυπαρίσσης Πάνος, Κυρτζάκη Μαρία, Λάζαρης Νίκος, Λαινά Μαρία, Λιοντάκης Χριστόφορος, Μαρκόπουλος Γιώργος, Μαρκόπουλος Θανάσης, Μαστοράκη Τζένη, Μαυρουδής Κώστας, Μήτρας Μιχαήλ, Μοσχοβάκος Νίκος, Μπεκατώρος Στέφανος, Μπράβος Χρήστος, Νιάρχος Θανάσης, Παπαγεωργίου Κώστας, Παπαγεωργίου Χρίστος, Παπαδάκη Αθηνά, Ποταμίτης Δημήτρης, Πούλιος Λεφτέρης, Πρατικάκης Μανόλης, Σιώτης Ντίνος, Σοφιανός Κώστας, Στεριάδης Βασίλης, Στριγγάρη Έλενα, Τραϊανός Αλέξ., Υφαντής Γιάννης, Φλωράκης Αλέκος, Φραντζή Άντεια, Φωστιέρης Αντώνης, Χατζιδάκη Νατάσα, Χιόνης Αργύρης, Χουζούρη Έλενα, Χουλιάρας Γιώργος, Χριστοδούλου Δήμητρα, Χρονάς Γιώργος, Χυτήρης Τηλέμαχος.

Οργάνωση: Έλενα Στριγγάρη

Διήμερο για τις Σημειώσεις

27 και 28 Οκτωβρίου, στην αίθουσα του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης 

Συμμετέχουν: Μάρκος Μέσκος, Γιάννης Σταυρακάκης, Κώστας Δεσποινιάδης, Βασίλης Αλεξίου, Βιβή Αντωνογιάννη, Χρίστος Μάης, Κώστας Βούλγαρης, Βασίλης Λαμπρόπουλος, Χαράλαμπος Κουρουνδής, Δημήτρης Κόρος, Σταυρούλα Πουλημένη, Κώστας Γούσης, Δημήτρης Κοσμίδης, Σάββας Μιχαήλ, Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, Νίκος Κατσιαούνης, Αλέξανδρος Κιουπκιολής

Οι πολιτικές ιδέες του Νίκου Καζαντζάκη

Δημήτρης Α. Φατούρος, Η φυγή που ξεσχίζει την καρδιά, 1950, μελάνι σε χαρτί, 15 x 24,5 εκ.


ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

 Η ιδεολογικο-πολιτική πορεία του Καζαντζάκη όπως αναπτύχθηκε στο προηγούμενο κείμενό μου, ας μην θεωρηθεί ευθύγραμμη. Προφανώς ως αιώνιος ταξιδευτής στον κόσμο των ιδεών, γοητεύτηκε από τα πιο απίθανα κι αντιφατικά μεταξύ τους ρεύματα σκέψης της εποχής του. Φοιτητής ακόμη, μελετά συστηματικά την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την δυναμική της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και ταυτόχρονα τις θεωρίες για τη βούληση της «ατομικής κυριαρχίας» που ισοδυναμούσε με τη «δύναμη της βίας» του Φρειδερίκου Νίτσε. Στο Παρίσι όπου πηγαίνει για μεταπτυχιακές σπουδές στην Σχολή Πολιτικών Επιστημών της Σορβόννης παρακολουθεί παράλληλα στο «Κολλέγιο της Γαλλίας» τα μαθήματα του Ανρύ Μπέρξον. Οι τρόποι που όλα αυτά, όπως και τόσα που ακολούθησαν, λειτουργούν στη διαμόρφωση του προσωπικού του ιδεολογικο-πολιτικού Credo, υπερβαίνουν προφανώς τα όρια αυτού του άρθρου. Αντιγράφουμε απλά από το αφιέρωμα στον συγγραφέα της Καινούργιας Εποχής (Φθινόπωρο 1958 σελ. 176) όπως το παραθέτει στον δεύτερο του τόμο ο Πουλιόπουλος ( σελ. 56) την γνώμη του γάλλου ακαδημαϊκού Andre Mirabel:
«Σημειώσαμε πολλές φιλοσοφικές θεωρίες που τον επηρέασαν. Τέτοιος εκλεκτικισμός αποδείχνει πως ο συγγραφέας δε στάθηκε ποτέ οπαδός μιας θεωρίας, μαθητής ενός φιλοσόφου. Η προσωπικότητά του είναι πάρα πολύ μεγάλη για να συμμορφώνεται διαρκώς σε αρχές ή σε δόγματα που άλλοι τα διατύπωσαν. Δεν είναι καθαυτό ορθόδοξος σε τίποτε, ούτε ως ‘μπερξονιστής’, ούτε ως ‘νιτσεϊστής’, ούτε ως ‘μαρξιστής’, ούτε ως ‘βουδιστής’. Εξ άλλου πώς να τον καθορίσουμε; Και γιατί να βάλουμε πείσμα να τον στρατολογήσουμε και να του επιβάλλουμε μια σημαία; Αξιοπαρατήρητη είναι η αιώνια ανάγκη ανησυχίας, πάλης στον Καζαντζάκη. Φαίνεται σαν να εξαντλεί όλες τις αγωνίες μιας θεωρίας σχετικά με το ανθρώπινο της περιεχόμενο, για να γυρίσει αμέσως προς μιαν άλλη, που του φέρνει καινούργιες αγωνίες. Αλλά ποτέ η προσχώρησή του δεν είναι οριστική, τυφλή. Ποτέ δεν εγκαταλείπει την ατομικότητά του».
Με βάση αυτήν την θέση ο Καζαντζάκης δεν ξεκινά από κάποια στενά εγωκεντρική θεώρηση, αλλά από αγωνία για την βαθύτερη ουσία της αέναης μάχης τ’ ανθρώπου για «λύτρωση» δηλαδή Ελευθερία και συγκροτεί την δική του φιλοσοφική και πολιτική θέση όπως αναδεικνύεται στα πολιτικά του κείμενα και καταθέτει ο Πουλιόπουλος για ένα «ελληνικό σοσιαλισμό ιδιόρρυθμο που είχε τις ρίζες του στην Μινωική και Αθηναϊκή Δημοκρατία του ‘άστεως’ …προσαρμοσμένος στις ‘σύγχρονες ανάγκες κι ανησυχίες του κοινωνικού συνόλου’ όπως ο ίδιος γράφει». Σύμφωνα με αυτή την θέση ο Καζαντζάκης μπορεί να μην είναι μαρξιστής ούτε κομμουνιστής –ως «μετακομουνισμό» ονομάτισε σε μια του συζήτηση την θέση του– αλλά ούτε συμπάθησε το αστικό καθεστώς, πολύ περισσότερο τον φασισμό –παρά την γοητεία που του άσκησε η σκηνική παρουσία του Μουσολίνι– και τον ιμπεριαλισμό. Παρέμεινε όμως πάντα και σταθερά Αριστερός, με έντονη την διαλεκτική σκέψη που θεμελίωσε ως «Νομοθέτης» και «Άρχων του καιρού μας» όπως χαρακτηρίζει τον Μαρξ, θεωρώντας όμως την επαγγελία του για αταξική κοινωνία «χίμαιρα που την παρουσίασε στις μάζες πραγματοποιήσιμη». Παρέμεινε σταθερά θαυμαστής της Ρώσικης Επανάστασης – χωρίς να παραγνωρίζει τις σκοτεινές πλευρές της πορείας της– και του Λένιν, χαρακτηρίζοντας τον «φως» που «Μπορείς να διαφωνείς για τα μέσα που μεταχειρίστηκε ή για το τελικό σημείο όπου θέλει να φτάσει, όμως και κανένας δεν μπορεί ν’ αρνηθεί τη δύναμη της ψυχής, την ασκητική αγνότητα, την αλύγιστη τόλμη κι οξύτητα του μυαλού»
Με αυτές τις ιδεολογικό πολιτικές αποσκευές φτάνει για δεύτερη φορά στη «Ρουσία» του, ως προσκεκλημένος τώρα της Σοβιετικής Κυβέρνησης για τα 10χρονα της Επανάστασης στα 1927. Οι περιγραφές του είναι συγκλονιστικές και πάντα ανοιχτομάτες, διεισδυτικές και κριτικές. «Λέω την αλήθεια όπως την είδαν τα μάτια μου» αρχίζει την εισαγωγή του στο Ταξιδεύοντας Ρουσία. Αντιγράφουμε μία μόνο ενδεικτική σκηνή από την παρακολούθηση μαθήματος Κοινωνιολογίας στο Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας:
«Ο νεαρός καθηγητής … αναλύει με βεβαιότητα και σαφήνεια όλους τους οικονομικούς παράγοντες της αρχαίας ελληνικής εποχής κι αποδείχνει πως το χαμόγελο που έχουν οι Κόρες στην Ακρόπολη της Αθήνας οφείλεται σε οικονομικά αίτια. Οι ακροατές ορθόδοξοι μαρξιστές, δέχουνται την σοφήν εξήγηση αδίσταχτα και ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Εγώ χαμογέλασα. Κι ο νεαρός καθηγητής στράφηκε νευριασμένος
 - Γιατί χαμογελάτε ;
 - Σας βεβαιώνω, σύντροφε καθηγητή, αποκρίθηκα, το χαμόγελό μου δεν οφείλεται σε οικονομικά αίτια»
Εκεί στη Μόσχα, Νοέμβρη του ’27, γνωρίζεται με τον επίσης προσκεκλημένο στον εορτασμό ελληνορουμάνο συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι, τον «Γκόργκι των Βαλκανίων» σύμφωνα με τον Ρομέν Ρολάν. Πήγε να τον ανταμώσει στο ξενοδοχείο που έμενε: «αληθινά χαιρόμουν που ’βλεπα ένα ‘άνθρωπο’. Είχα νικήσει τη δυσπιστία που με κυριεύει κάθε που πρόκειται να κάμω μια καινούργια γνωριμία και πήγαινα σε τούτον … όλος εμπιστοσύνη. Κείτουνταν στο κρεβάτι άρρωστος, κι ως με είδε, ανασηκώθηκε, τινάχτηκε απάνω και φώναξε χαρούμενα ελληνικά: Μωρέ, καλώς όρισες! Καλώς όρισες μωρέ! Η πρώτη επαφή, η κρίσιμη, ήταν εγκάρδια … Μου ’χαν πει πως είσαι , μυστικοπαθής. Μα εσύ βλέπω τα ’χεις τετρακόσια και δεν χορταίνεις με φρέσκο αγέρα. Αυτό θα πει μυστικοπαθής, ε; Ξέρω κι εγώ ; Λόγια! Λόγια! Τον κακό τους τον καιρό! Δώσε μου το χέρι σου! Σμίξαμε τα χέρια γελώντας…», και τους έδεσε μια βαθιά φιλία, όπως φανερώνεται ανάμεσα στα άλλα με άρθρο του Καζαντζάκη για τον Ιστράτι στην εφ. Πρωία της 31ης Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, για να ακολουθήσει τον Ιούλιο του 1928 αντίστοιχα εγκωμιαστικό άρθρο για τον Καζαντζάκη του Ιστράτι στη Le Monde. Άρθρο που τον έκανε γνωστό στο γαλλικό κοινό.
Εντωμεταξύ οι δυο νέοι φίλοι φτάνουν μαζί στην Αθήνα, με πρόσκληση μάλιστα του Ελεύθερου Βήματος, όπου με πρωτοβουλία του Εκπαιδευτικού Ομίλου και του Προέδρου του Δημήτρη Γληνού καλούνται στις 11 Ιανουαρίου σε ανοιχτή εκδήλωση στο θέατρο «Αλάμπρα» να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους από την κομμουνιστική Ρωσία. Η συμμετοχή φοιτητών, σύμφωνα με τον τότε ενεργό φοιτητή Νίκολας Κάλας, ήταν συγκλονιστικά εντυπωσιακή και μαχητική. «Πατείς με πατώ έτρεξε ο κόσμος, γέμισαν φίσκα οι διάδρομοι και κρέμονταν σαν τσαμπιά από τα θεωρία να ακούσουν τους ομιλητές … Και τώρα θυμάμαι τον Ιστράτι με την βασανισμένη μορφή του να μιλάει … Τον άκουγα σαν υπνωτισμένος … Κι ένοιωσα τότε πως πέρα από τα βιβλία του Μαρξ και του Ένγκελς, αυτό που από καιρό συντάραζε την συνείδησή μου ήταν αυτή η ίδια η Οχτωβριανή Επανάσταση ...», γράφει ο Ασημάκης Πανσέληνος στο ανεπανάληπτο εκείνο Τότε που Ζούσαμε. Την έντονη αυτή εντύπωση, που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη όσων έζησαν αυτή την εκδήλωση, επιβεβαιώνει στο τελευταίο γραφτό του Μακράς ζωής ενθυμήματα ο Εμμανουήλ Κριαράς, που θυμάται μετά τόσα χρόνια απίστευτες λεπτομέρειες, όπως ότι ο Ιστράτι μίλησε γαλλικά με μεταφραστή τον τότε φοιτητή Παντελή Πρεβελάκη, ο οποίος σε μια στιγμή, όπως στέκονταν κοντά στο υποβολείο της σκηνής, κάποιο σανίδι υποχώρησε και έπεσε στο υπόγειο, ευτυχώς χωρίς συνέπειες. Θυμάται επίσης τις αντιδράσεις του ακροατηρίου όταν ο Γληνός παρουσιάζοντας τον Ιστράτι τον αποκάλεσε «κύριο» και το ακροατήριο απαίτησε να τον προσφωνεί «σύντροφο». Και από την ομιλία του Καζαντζάκη ότι «η Ρουσία προχωρούσε μπροστά με την δράση του Στάλιν και την αντίδραση του Τρότσκι», σημειώνοντας «η σύγκρουση ανάμεσά τους δεν είχε φτάσει στο κατακόρυφο», για να κλείσει την ομιλία του με το «να ευημερεί η Ρουσία, η μόνη ελπίδα της γης», ενώ μας πληροφορεί επίσης ότι η συγκέντρωση εξελίχθηκε σε διαδήλωση και συγκρούσεις με την Αστυνομία. Ο Ριζοσπάστης της άλλης μέρας χαρακτηρίζει την συγκέντρωση ως «Επαναστατικό χαιρετισμό για την Σοβιετική Ρωσία».
Μα το κράτος –αυτός ο πάντα άγρυπνος φρουρός της αστικής τάξης– δεν έμεινε αδιάφορο μπροστά σε όλα αυτά. Από την μια απέλασε αμέσως τον Ιστράτι, από την άλλη η Εισαγγελία άσκησε δίωξη και στους τρεις ομιλητές. Μετά δυο αναβολές η δίκη έγινε την 1η Ιουνίου 1928. Στο εδώλιο κάθισε μόνο ο Γληνός γιατί εντωμεταξύ είχε φύγει από την Ελλάδα ο Καζαντζάκης, ο οποίος όμως με γράμματα προς το δικαστήριο, αφού τάχθηκε αλληλέγγυος με τους συγκατηγορουμένους του, τόνιζε «ως οπαδός του Μπαμπέφ πιστεύω απολύτως εις τον αγώνα της εργατικής τάξεως, η νίκη της οποίας θα έχει ως αποτέλεσμα την επικράτησιν μιας νέας ηθικής και πνευματικής τάξεως». Με συνήγορο τον Αλέξανδρο Σβώλο και μάρτυρες υπεράσπισης μια σειρά πανεπιστημιακούς καθηγητές –αξίζει να σημειώσουμε ότι είναι η πρώτη φορά που καθηγητές του Πανεπιστημίου παίρνουν ανοικτά θέση εναντίον της αντικομουνιστικής ρητορείας της εποχής– και βαρύ πυροβολικό της, τον Αλ. Παπαναστασίου, η δίκη οδηγήθηκε σε αθώωση των κατηγορουμένων.
Εντωμεταξύ ο Καζαντζάκης και ο Ιστράτι έχουν από τον Απρίλη ξαναφύγει για την Ρωσία. Τούτο το ταξίδι κράτησε ένα ολόκληρο χρόνο «γυρίζοντας από το Μινσκ έως το Βλαδιβοστόκ κι από το Μούρμανσκ έως την Μπουχάρα και το Εσμιατζίν» γράφει ο ίδιος στον πρόλογο του Ταξιδεύοντας. Στο διάστημα αυτό γράφει άρθρα στην Πράβντα για τις κοινωνικές συνθήκες στην Ελλάδα, καθώς και σενάριο ταινίας για τον Λένιν, ενώ δημοσιεύει στην Αθήνα σειρά άρθρων με τίτλο Ακολουθώντας το Κόκκινο Αστέρι. Ανταμώνει με τον Γκόργκι και γνωρίζεται με τον Βίκτορ Σερζ που έχει ήδη διαγραφεί από το κόμμα ως μέλος της «Ενωμένης Αντιπολίτευσης». Η δίωξη και φυλάκιση του οποίου ως Τροτσκιστή γίνεται αφορμή να τσακωθεί με τον Ιστράτι που νοιώθει την ανάγκη να υπερασπιστεί δημόσια τον διωκόμενο Σερζ, με αποτέλεσμα να απελαθεί από την Ρωσία … «ως όργανο της παγκόσμιας αντισοβιετικής συνομωσίας». Περιττό βέβαια να πούμε ότι γι’ αυτή την απέλαση ο Ριζοσπάστης δεν έγραψε ούτε μια αράδα...
Την ίδια περίοδο με την Ασκητική του (1930) θεμελιώνει την όλη του κοσμοθεωρία και την προσγειώνει στην πράξη. Τονίζοντας:
 «Σε κάθε κρίσιμη στιγμή, μια παράταξη άνθρωποι, ριψοκιντύνεβαν μπροστά θεοφόροι και πολεμούσαν παίρνοντας απάνω τους όλη την ευθύνη της μάχης. Μια φορά κι έναν καιρό οι ιερείς, οι βασιλιάδες, οι αρχόντοι, οι αστοί – και δημιουργούσαν πολιτισμούς, λευτέρωναν τη θεότητα. Σήμερα ο θεός είναι αργάτης αγριεμένος από τον κάματο, από την οργή και την πείνα»
Και προφανώς έρχεται για πρώτη αλλά όχι και τελευταία φορά σε σύγκρουσή με την εκκλησία.

Τα χρόνια κυλάνε με ταξίδια στην Κίνα, στην Ιαπωνία, ως πολεμικός ανταποκριτής της Καθημερινής στον Ισπανικό Εμφύλιο, και έντονη συγγραφική δημιουργία. Η κήρυξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, του «μεγάλου μακελειού» όπως τον ονόμαζε, τον βρίσκει στην Αγγλία, η Κατοχή, στο σπίτι του στην Αίγινα που έφτιαξε με τα χρήματα που κέρδισε από την βράβευση ενός βιβλίου του για την Τρίτη Δημοτικού στα 1934. Εκεί, απομονωμένος, με τις στρατιωτικές αρχές κατοχής και κυρίως τις ελληνικές δοσιλογικές να του απαγορεύουν να φύγει από το νησί, με τα βιβλία του ήδη απαγορευμένα από το Γ’ Ράιχ και αρνούμενος να μιλήσει σε όλη την διάρκειά της κατοχής έστω και μία λέξη στα γερμανικά. Από εκεί γράφει στον Πρεβελάκη στα 1941:
 «Ξεχείλισε η καρδιά μου. Λαχτάρισα μια πράξη θετική που να επεμβαίνει άμεσα στην ελληνική τούτη ζωή, που την έχουμε παρατήσει άκαρδα και άναντρα στους άτιμους και στους ηλίθιους. Εγώ πήρα οριστικά την απόφαση ν’ αφήσω για μερικά χρόνια τα γραψίματα και να βοηθήσω, όσο μπορώ, στην κρίσιμη τούτη στιγμή τη ράτσα μας»

Αλλά γι’ αυτήν την άμεση εμπλοκή του στην πολιτική, το αντιαποικιακό κίνημα, τον φάκελό του στην Ασφάλεια, την πολεμική εναντίον του της εκκλησίας και του κράτους της εθνικοφροσύνης, και τόσα ακόμη, θα επανέλθουμε την επόμενη Κυριακή με το τρίτο και τελευταίο κείμενο αυτής της σειράς. 

Ως καθηγητής θεολογίας...

...Έχω πάψει πια να ασχολούμαι με αυτήν την "σέχτα" που αποκαλείται Εκκλησία της Ελλάδος. Ο λόγος είναι απλός: τόσο μίσος για την εικόνα του Θεού που δεν μας μοιάζει μου φέρνει αποστροφή. Δεν είχα δεν έχω και δεν θα μπορώ να έχω οποιαδήποτε σχέση με ιερωμένους τύπου Αμβρόσιου, Σεραφείμ Πειραιώς και άλλων. Και οι ζωές οι προσωπικές τραγωδίες ανθρώπων δεν είναι παιχνιδίσματα για να περνά ο χρόνος μας Μακαριώτατε Αθηνών. "Ποιος είμαι εγώ για να τους κρίνω " είχε πει ο Ρώμης Φραγκίσκος αναφερόμενος στους ομοφυλόφιλους. Και όταν ακούω από το βήμα της Βουλής την εγκληματική οργάνωση να καλεί την Εκκλησία σε κοινό αγώνα, και από την ιερά μονή Πετράκη άκρα του τάφου σιγή, τότε ανατριχιάζω ακόμη περισσότερο.
Αλλά και η δεξιά του Κυρίου τόσο πολύ απεχθάνεται τον Άλλον; Αυτόν τον Όλον Άλλον που είναι το αιμάτινο πρόσωπο του πάσχοντος Χριστού. Ο μετανάστης και ο πρόσφυγας που χτυπιέται ανελέητα από τα φαιά τάγματα είναι αδελφός μου, ο ομοφυλόφιλος που γνωρίζει τον ρατσισμό στο πετσί του είναι αδελφός μου. Οι μηχανισμοί που τους εχθρεύονται είναι εχθροί μου. Γιατί όταν το διακύβευμα είναι η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, τότε μισόλογα δεν χωρούν. Απέναντι στον μπρουτάλ και στον lıght φασισμό δεν χωρούν ευγενικές κουβέντες. Το μίσος που ξερνάνε ενδεδυμένο με λόγια, ενίοτε ευγενή, με τρομάζει ακόμη περισσότερο. "Όσοι δεν αγαπούν τον αδελφό μου τον ελάχιστο δεν αγαπούν εμένα". Αλλά αυτό δεν μπορούν να το ακούσουν τα βουλωμένα αυτιά μιας "πνευματικής", τρομάρα μας, εξουσίας χρόνων. Το παιδί που αυτοκτονεί στα 16-17, γιατί βιώνει τον ρατσισμό, δεν αυτοκτονεί. Είναι θύμα μιας δολοφονίας που έχει ως στέγαστρο την συλλογική μας υποκρισία.

Η ομιλία του σώματος και του αίματος

ΤΗΣ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ ΛΥΜΠΕΡΗ

Δημήτρης Α. Φατούρος, Χωρίς τίτλο, 1963, μεικτή τεχνική σε χαρτί, 21,5 x 29 εκ.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ, Ο ακρόκηπος, εκδόσεις Το ροδακιό, 2017

                           Ο έρωτας είναι βουβός. Μόνο η ποίηση
                                 τον κάνει να μιλά.           
                                               Νοβάλις

Αφιέρωση: Γλωσσικό επεισόδιο που συνοδεύει κάθε ερωτικό δώρο, πραγματικό ή σχεδιαζόμενο, και γενικότερα, κάθε χειρονομία έμπρακτη ή εσωτερική, που απευθύνει το υποκείμενο προς το αγαπημένο πλάσμα, γράφει ο Μπαρτ στο βιβλίο του Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου. Στέκομαι στη φράση «γλωσσικό επεισόδιο» γιατί, όντως, το «πράγμα» που χαρίζεται (αφιερώνεται) στον αγαπημένο, μετέχει ήδη σε μια ιδιαίτερη ψυχική ζωή, σε μια εσωτερική φόρτιση, της οποίας ο καθορισμός συμβαίνει μέσα από την ίδια την ένταση της γλώσσας. Ο ποιητής Δημήτρης Χουλιαράκης με το τελευταίο του βιβλίο, μεταμορφώνει αυτή την εσωτερική ένταση σε   βιβλίο-δώρο, σε «αντικείμενο» που αποτελεί τη μετονομασία του ερωτικού πάθους. Ο ακρόκηπος (Εκδόσεις Το Ροδακιό) είναι η θερμή απάντηση που απευθύνει ο ίδιος στη σύζυγό του, συγγραφέα και μεταφράστρια Σοφία Διονυσοπούλου, η οποία προηγήθηκε στο αφιερώνειν με το δικό της βιβλίο για εκείνον, Ψυχές στην ερημιά του (Εκδόσεις Το Ροδακιό).
Στην ιστορία της λογοτεχνίας, τα ερωτικά πάθη των ποιητών άφησαν στην ποίηση ένα λαμπερό ίχνος. «Λογοτεχνικά ζευγάρια», όπως η Μαίρη Γουόλστονκραφτ και ο Πέρσυ Σέλλευ, η Ελίζαμπεθ Μπάρετ και ο Ρόμπερτ Μπράουνινγκ, ο Ρεμπώ και ο Βερλεν, η Σύλβια Πλάθ και ο Τέντ Χιουζ, ο Άλεν Γκίνσμπεργκ και ο Πήτερ Ορλόφσυ, μοιράστηκαν τη γραφή και τον καλλιτεχνικό ανταγωνισμό, σε μια συνύπαρξή που δεν ήταν πάντα ιδανική. Εντούτοις, από όλες αυτές τις συνδέσεις και τις επί μέρους αντιφάσεις της αισθηματικής ζωής, κερδισμένη έμεινε η λογοτεχνία, ο ίδιος ο ερωτικός λόγος.

Μια πηγή του Σικελιανού

Βίον θερίζειν ὥστε κάρπιμον στάχυν

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Ο Αντρέ Ζιντ λέει κάπου πως θα έδινε όλο τον Ουγκώ για μερικά ακόμη σονέτα του Μπωντλαίρ. Προσωπικά, αν έπρεπε να διαλέξω ποιο απ’ τα δύο θα διέσωζα από έναν υποθετικό αφανισμό, θα επέλεγα την «Αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο» παρά τον Δελφικό Λόγο ή τον Διθύραμβο του Ρόδου. Αυτό  το κολοβό σονέτο μόνο πλάι στον αριστουργηματικό –αλλά και κοσμοθεωρητικά συγγενή- «Ανεμόμυλο» του Μαβίλη, δασκάλου του Σικελιανού στην τέχνη του στίχου, μπορεί να σταθεί. Ας  θυμίσω όμως το σικελιανικό στιχηρό:

    Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
    ο Ατζεσιβάνο. Κ’ ήτανε η ψυχή του
    την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι.
    Κι όπως κυλά, από τ’ άδυτα του αδύτου
    των ουρανών μες τη νυχτά εν’ αστέρι,
    ή, ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
    έτσι απ’ τα στήθη πέταξε η πνοή του.

    Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε.
    Γιατί μονάχα εκείνοι που αγαπάνε
    τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία,
    μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
    της ύπαρξης τους το μεγάλο αστάχυ,
    που γέρνει πια, με θείαν αταραξία.

Αναμφίβολα, η πιο δυνατή στιγμή του δεκατρίστιχου είναι η φράση: μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι / της ύπαρξής του το μεγάλο αστάχυ.
Μέχρι τώρα έβλεπα εδώ μονάχα μιαν απήχηση εκείνου «του σταχιού του θερισμένου στην σιωπή» των Ελευσίνιων μυστηρίων, μέχρι που, ξεφυλλίζοντας ξανά αυτό το θησαυροφυλάκιο της αρχαίας σοφίας που είναι τα Ηθικά του Πλουτάρχου, συνάντησα την πηγή του Σικελιανού. Είναι ένα απόσπασμα απ’ τη χαμένη ευριπίδεια Υψιπύλη, που ο Χαιρωνέας σοφός το παραθέτει σε μιαν περιώνυμη παραμυθητική πραγματεία του –στον Παραμυθητικόν εις Απολλώνιον. Σ’ αυτό ο Αμφιάραος παρηγορεί τη μητέρα του Αρχέμορου, που έχασε το παιδί της μωρό, με τα λόγια: «Κανείς θνητός δεν ζει δίχως βάσανα. Θάβει τα παιδιά του και μετά κάνει καινούρια. Οι θνητοί δυσανασχετούν που φέρνουν το χώμα πίσω στο χώμα. Η ζωή πρέπει να θερίζεται σαν ώριμό στάχυ [ Αναγκαίως έχει / βίον θερίζειν ώστε κάρπιμον στάχυν]».

Δραματική αφήγηση

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΟΥΡΑ

Δημήτρης Α. Φατούρος, Συντριπτική ωραιότητα, μελάνι σε χαρτί, 15 x 30,5 εκ.


ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Ακρινή πολιτεία, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σ. 326

Μεταξύ εφηβικού-νεανικού και ποιοτικού, απαιτητικού θα έλεγα, πεζογραφήματος για ενηλίκους κινείται αυτό το πόνημα. Τριτοπρόσωπος «παντογνώστης» αφηγητής που φαίνεται σα να μιλάει πίσω από το προσωπείο ενός αθώου ενηλίκου ή ενός μικρομέγαλου «σοφού παιδιού». Ας δούμε αυτό το απόσπασμα ως δείγμα: «Έλεγαν όμως ότι αυτός έπειτα έγινε δεκτός με τσιριμόνιες και χαριεντισμούς σ’ εκείνα τα “λαμπρά εθνοσωτήρια Τάγματα της Ασφάλειας” και εντύθηκε με την πατριωτική στολή και πήρε και γαλόνια και έπαινο πήρε, και το πήρε πάνω του, που ο νόμος και η τάξη της χώρας τώρα είχαν ανατεθεί πάνω του. Και μετά που έφυγαν οι κατακτητές, πρώτος και καλύτερος, σου λέει, έμπαινε μπροστά στην παράτα, όπου “ταρατατζούμ μπουμ μπουμ” κάθε τόσο η παράτα με τα τύμπανα και τις σφυρίχτρες, και μπροστά ο σωτήρας της πατρίδας όλο καμάρι και τιμή» (σελ. 118). Θα λέγαμε ότι πρόκειται για τις αναμνήσεις ενός ανθρώπου που βρίσκεται στην προχωρημένη τρίτη ηλικία σήμερα κι ήταν παιδί στην Κατοχή, όμως δεν πρόκειται μάλλον για την περίπτωση αυτή. Σαν λογοτεχνικό εγχείρημα βασισμένο σε αφηγήσεις, διαβάσματα και διαμεσολαβημένες εμπειρίες μοιάζει.
Σε επίπεδο τεχνικής, σύνταξης και μορφολογίας, διαπιστώνουμε την κατά κόρον χρήσιν τού ακριβώς αντίθετου από το ασύνδετο σχήματος χωρίς να γίνεται όμως και γραφι(στ)ικός «και-καιδισμός» [ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός]. Παρατηρείται αξιοσημείωτη αξιοσύνη στη χρήση τόσο μιας λεπτεπίλεπτης ιδιολέκτου όσο και στην επίτευξη υφολογικής ισορροπίας.

Οι «Σικελικοί διάλογοι» και τα «αποτυχημένα» βιβλία

Δημήτρης Α. Φατούρος, Χωρίς τίτλο, 1981, μελάνι σε χαρτί, 18 x 24,5 εκ.


ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Έπεσε πρόσφατα στα χέρια μια νέα έκδοση του γνωστού βιβλίου του Έλιο Βιττορίνι, «Σικελικοί διάλογοι», και με κάποια νοσταλγία άρχισα να διαβάζω τις περίφημες σελίδες της αρχής που τόση απήχηση είχαν στην ψυχή μου: «Ήμουν, εκείνο το χειμώνα, κυριευμένος από ακαθόριστους θυμούς. Δεν θα πω ποιους, δεν θ’ αρχίσω να διηγούμαι γι’ αυτούς. Αλλά πρέπει να πω ότι ήταν ακαθόριστοι, ούτε ηρωικοί, ούτε ζωντανοί∙ θυμοί, κατά κάποιο τρόπο, για το χαμένο ανθρώπινο γένος…». Ποιος ξέρει για ποιο θαύμα είναι αρκετές μόνο δυο σελίδες για να ξαναφέρουν στη μνήμη με ακρίβεια το κλίμα ορισμένων χρόνων, και την ανυπομονησία ανώριμων εφήβων. Αλλά προχωρώντας σελίδα με τη σελίδα η συγκίνηση εξαφανίζεται και αφήνει τη θέση της στον εκνευρισμό και την ενόχληση.
Είναι περίεργο πως ένα «αποτυχημένο» βιβλίο πέτυχε να μας μιλήσει τόσο πολύ στην ψυχή μας. Τι τύπος αποτυχημένου βιβλίου είναι αυτό; Βέβαια «αποτυχημένο» προϋποθέτει μια απόρριψη, μια έλλειψη, μια σκιά και επίσης, ίσως, καμιά φορά, έναν φαταλισμό: αλλά ως προς τι; Σε σύγκριση με εκείνα τα μυθιστορήματα όπου οι προθέσεις του συγγραφέα βρίσκουν έναν τρόπο να πραγματοποιηθούν στο εσωτερικό του ίδιου του έργου, και το κοινοποιούν και συνεχίζουν να το κοινοποιούν στο χρόνο, πέρα από τις μόδες, τις τάσεις  και τα πιστεύω. 
Όμως η σύγχρονη λογοτεχνία είναι γεμάτη από «αποτυχημένα» βιβλία που ξέρουν να μας μιλούν όπως τα «πετυχημένα», γιατί το νόημα του κάθε διηγήματος, του κάθε διηγήματος γραμμένου τη σύγχρονη εποχή, την εποχή του κενού, της απουσίας, της απόρριψης, είναι ότι το μυστήριο δεν θα μπορέσει ποτέ να αποκαλυφθεί. Το νόημα της αφηγηματικής τέχνης είναι να καθιστά για πάντα άλυτο το αίνιγμα. Στο χαρτί μένει μόνο το θολό τρομακτικό ίχνος, ο γεωγραφικός χάρτης αυτού του συνεχούς άγνωστου που είναι ένα αφήγημα.

Λούλα Αναγνωστάκη

Δυο λόγια συγκίνησης για την Νίκη της

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

«Και ούτε ο Γιάννης ο Kάντζιος υπάρχει»

Ας ειπωθεί από την αρχή: κατά την εκτίμησή μου, η επιστολή του φυλακισμένου γιου με την οποία ολοκληρώνεται το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη Η νίκη (1978) είναι ένα από τα πιο όμορφα κείμενα που έχουν γραφτεί στην ελληνική γλώσσα. Με αφορμή λοιπόν την αποδημία της συγγραφέως, δύο λόγια συγκίνησης για ένα έργο που προσωπικά θαυμάζω αλλά και το οποίο θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στον «κανόνα» της νεοελληνικής δραματουργίας.
Όχι μόνο γιατί θεωρήθηκε έργο που σηματοδοτεί την έξοδο της Αναγνωστάκη από τον ατομικό εφιάλτη και τη στροφή της στην ψηλάφηση των εθνικών τραυμάτων με τους τρόπους του ποιητικού και κοινωνικού ρεαλισμού. Ακόμη και αν ο τίτλος του έργου Η νίκη  (προσοχή στο άρθρο που προηγείται), λειτουργεί ειρωνικά, καθώς οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι αντι-ήρωες του δράματος ηττώνται κατά κράτος και δι’ αυτής της ήττας σημαίνεται και η οριστική απώλεια των «προκατασκευασμένων» νικηφόρων οραμάτων, το οδοιπορικό και ο σταδιακός ακρωτηριασμός μιας σχεδόν αρχετυπικής ελληνικής οικογένειας, από ένα μακεδονικό χωριό στον Πειραιά και από εκεί στη Γερμανία, αποκτά καθολικότητα. Πρόκειται για μια αντιπροσωπευτικότητα που υποδηλώνεται ήδη από την ονοματολογία των χαρακτήρων (Γριά, Μικρή, Παιδί, μικρά συνηθισμένα ονόματα) και τις ηλικίες των προσώπων, ακόμη και των απόντων σκηνικά: από το γέροντα σύζυγο της Βάσως που γυρνά στο γενέθλιο τόπο για να πεθάνει έως το επιθυμητό (και αγέννητο) μωρό του Νίκου με τη Γερμανίδα νύφη. Ανάλογα λειτουργούν και οι αφηγηματικοί και δραματικοί χώροι δράσης: το μακεδονικό χωριό (εξιδανικευμένος τόπος της παιδικής ηλικίας όπου το χιόνι λειτουργεί ως παπαδιαμαντικό καθαρτικό σάβανο), ο Πειραιάς (τόπος του φονικού, αποπνικτικά ζεστός, με βαρείς ίσκιους αστυνόμευσης), η Γερμανία (ψυχρός και ξένος τόπος με τις φάμπρικες-φυτώρια εγκλημάτων και εκμετάλλευσης). Ο τελευταίος χώρος αφορά το σκηνικό παρόν, ενώ οι υπόλοιποι το παρελθόν (αναμνήσεις προσώπων). Ανάλογα οι δύο χώρες (Ελλάδα / Γερμανία) και η ζωή σ’ αυτές προσλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο για καθένα από τα πρόσωπα: ο Νίκος μέσω του γάμου του στη Γερμανία επιχειρεί τον εγκλιματισμό, η Βάσω επιθυμεί να αποδράσει από τον εφιαλτικό τόπο του φονικού, η Γριά αισθάνεται βίαια αρπαγμένη από την πατρίδα της, ο Βλάσης κατορθώνει τον επαναπατρισμό του. Το σχήμα νόστος-ξενιτειά ιριδίζει σε αποχρώσεις: τα πρόσωπα κουβαλούν την Ελλάδα μέσα τους, το «ταξίδι μακριά» δεν τα απελευθερώνει. Ίσως γιατί το οικογενειακό χρονικό δένεται με τις περιπέτειες του Ελληνισμού: εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, μνήμες εμφυλίου, δικτατορία. Οι (δραματοποιημένοι) χρόνοι της οικογένειας αφορούν τον καιρό της οικογενειακής συνοχής και της παιδικής ηλικίας στο μακεδονικό χωριό, την εποχή της εκτροφής του φονικού στον Πειραιά και τη μεταναστευτική φυγή στον ευρωπαϊκό Βορρά, όπου ξανά η μοίρα και το κακό στοιχειώνουν τους ήρωες.