21/1/18

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση του Κωστή Βελώνη με τίτλο A Puppet Sun που πραγματοποιήθηκε στο κτίριο της οδού Καπλανών 11, στο πλαίσιο του προγράμματος ΕΡΓΟ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ του Ιδρύματος ΝΕΟΝ σε επιμέλεια του Βασίλη Οικονομόπουλου. Φωτογραφίες: Πάνος Κοκκινιάς

Κωστής Βελώνης, Puppet Sun, 2017, παραχώρηση του ΝΕΟΝ και της Γκαλερί Καλφαγιάν

Τα αδιέξοδα των δυτικών κοινωνιών

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ Ν. ΜΑΛΛΙΑΡΗ

ΦΙΛΙΠ ΜΥΡΕ, Αγαπητοί τζιχαντιστές..., επίμετρο Λάκης Προγκίδης, εκδόσεις Μάγμα, σελ. 128

Παρ’ όλο που ο Φιλίπ Μυρέ υπήρξε ένας πολύ σημαντικός εκπρόσωπος της γαλλικής λογοτεχνίας των τελευταίων δεκαετιών, το Αγαπητοί τζιχαντιστές… είναι μόλις το δεύτερο κείμενό του που μεταφράζεται, πρώτα στα ιταλικά και τώρα στα ελληνικά, μετά την ιταλική και την ισπανική έκδοση της Αυτοκρατορίας του Καλού (1991). Παρά την κάποια μηντιακή αναγνώριση της οποίας χαίρει τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία, ο Μυρέ παραμένει ακόμη άγνωστος στο εξωτερικό. Με την εξαίρεση ορισμένων παλιότερων άρθρων του Λάκη Προγκίδη στην Ελευθεροτυπία ή στα Νέα, η μόνη αναφορά στο έργο του γάλλου συγγραφέα στην ελληνική γλώσσα ίσως είναι ο επίλογος που ο ίδιος Λ. Π. μάς παραχώρησε για την ανά χείρας έκδοση αλλά κι ένα παλιότερο σχόλιο του Μισέλ Ουελμπέκ[1].
Παρά το χιουμοριστικό του ύφος -χαρακτηριστικό ενός μαιτρ της σάτιρας όπως ο Μυρέ-, οι Τζιχαντιστές… είναι ένα πυκνό κείμενο, καθώς στις σελίδες του ο συγγραφέας συμπυκνώνει τα φιλοσοφικά, ανθρωπολογικά ή ακόμη και θεολογικά συμπεράσματα της ως τότε διανοητικής του πορείας. Διότι ο Μυρέ διέθετε γερή ιστορική και φιλοσοφική παιδεία όπως επίσης και μια συνολική κοσμοθεωρία. Γραμμένη στα τέλη του 2001, τούτη η ανοιχτή επιστολή χρησιμοποιεί την αναφορά στους φανταστικούς της παραλήπτες για να ειρωνευτεί και καυτηριάσει τα αδιέξοδα των δυτικών κοινωνιών. Το βασικό του συμπέρασμα, απλό όσο και βασανιστικά αφοπλιστικό, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: Αγαπητοί τζιχαντιστές, άδικα προσπαθείτε να μας καταστρέψετε… Αυτο-καταστρεφόμαστε εδώ και καιρό και μόνοι μας!
Ως μυθιστοριογράφος, δηλαδή θεράπων μιας τέχνης κατεξοχήν νεωτερικής, ο Μυρέ θα πρέπει να ιδωθεί ως εκπρόσωπος μιας νεωτερικής κριτικής στη νεωτερικότητα: μιας κριτικής των υπερβολών που μετατρέπουν το νεωτερικό πρόταγμα της κριτικής σκέψης και του αυτόνομου υποκειμένου, στις σημερινές κοινωνίες της κατανάλωσης και της γενικευμένης διασκέδασης. Η νεωτερική μάχη του ανθρώπου να υπερβεί τον ίδιο του τον εαυτό ήταν ίδιον ενός ηρωικού ανθρώπινου όντος, που είχε στη ζωή του διαφορετικούς στόχους από τη διαρκή καλοπέραση. Τούτη είναι η θεμελιώδης και βασική διαφοροποίηση για τον Μυρέ, η οποία και συνιστά την «ανθρωπολογική μεταμόρφωση» που ορίζει την ανάδυση των σημερινών κοινωνιών: κορύφωση της προοδολάγνου, αισιόδοξης κι ουτοπικής συνιστώσας της νεωτερικότητας είναι ο σημερινός «εορτάζων άνθρωπος» κι η ανάδυση μιας κοινωνίας όπου τα πάντα είναι -ή οφείλουν να γίνονται αντιληπτά ως- γιορτή. Τα πάντα είναι ωραία, όμορφα, χαρούμενα, cool, χαλαρά, κανείς πλέον δε ντρέπεται για τίποτε, όλοι/ες είμαστε ανοικτοί/ές στον Άλλον, όλοι έχουν δικαίωμα στην άποψη, κανείς δεν κρίνει ώστε να μην κριθεί κ.ο.κ. Παντού κυριαρχεί η «θετική σκέψη» κι η «αισιοδοξία», όλοι οφείλουν να χαμογελούν και να χορεύουν.

Αναφορά στη Μάνη και στην ιστορία της

Κωστής Βελώνης, Debate on Chimneys, 2017, παραχώρηση του ΝΕΟΝ και της Γκαλερί Καλφαγιάν


ΛΑΚΩΝΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 2018, εκδόσεις Ιδιομορφή, Σπάρτη 2017, σελ. 480

Στην τρίτη δεκαετία του εισέρχεται, με το φετινό τεύχος, το Λακωνικόν Ημερολόγιον, η γνωστή επετηρίδα λακωνικών σπουδών που από το 1998 εκδίδεται στην Σπάρτη, με την απαράμιλλη τυποτεχνική φροντίδα των εκδόσεων Ιδιομορφή, που διευθύνουν ο Γιώργος Κώτσου και η Σοφία Αντωνάκου.
Το επετειακό τεύχος του 2018, πλουσιότερο σε ύλη απ’ ό,τι συνήθως, είναι αφιερωμένο στη Μάνη, μια περιοχή της Λακωνίας που συγκροτεί έναν κόσμο από μόνη της· κόσμο ιδιαίτερο, τόσο εξαιτίας του φυσικού περιβάλλοντος όσο και των αρχαϊκών εθιμικών επιβιώσεων στην περιοχή.
Τα κείμενα που φιλοξενούνται στις σελίδες του Λακωνικού Ημερολογίου του 2018, γραμμένα από αρχαιολόγους, ιστορικούς, φιλολόγους κ.ά., είναι αφιερωμένα «στη Μάνη όλη», όπως τονίζουν οι εκδότες, δηλαδή τόσο στην Προσηλιακή, που ανήκει στη Λακωνία, όσο και στην άλλη, την Αποσκιαδερή, που μέρος της ανήκει στη Μεσσηνία.
Όπως και στα αφιερώματα των προηγούμενων ετών, η Μάνη και οι οικισμοί της εξετάζονται στην πορεία της ιστορίας, από την αρχαιότητα έως τη βυζαντινή περίοδο, ενώ αρκετά κείμενα εξετάζουν πτυχές της ιστορίας του τόπου κατά τον 19ο αιώνα: η Επανάσταση του 1821, οι εξεγέρσεις της οθωνικής περιόδου, η ληστεία και η πειρατεία είναι ζητήματα που απασχολούν τους αρθρογράφους. Η ιστορική πορεία της Μάνης ολοκληρώνεται με άρθρα σχετικά με την Κατοχή και τις αιματηρότατες εμφύλιες συγκρούσεις που μετέβαλαν ριζικά την ανθρωπογεωγραφία της περιοχής.

Το έργο μέσα και έξω από το κάδρο

Ένα φιλμ του Ρ. Έστλουντ και μια εγκατάσταση του Κ. Βελώνη στο κέντρο της Αθήνας

Κωστής Βελώνης, You Glow in my Heart like the Flames of Uncounted Candles, 2017, παραχώρηση του ΝΕΟΝ και της Γκαλερί Καλφαγιάν


ΤΟΥ ΖΗΣΗ ΚΟΤΙΩΝΗ

Ιδού η ταυτόχρονη ανάγνωση δύο έργων τέχνης, που συνέπεσαν χρονικά στα πολιτιστικά δρώμενα, στο κέντρο της Αθήνας, στα τέλη του 2017. Το ένα είναι κινηματογραφικό έργο: “Το Τετράγωνο” του Σουηδού σκηνοθέτη Ρούμπεν Έστλουντ. Το άλλο είναι η εγκατάσταση του εικαστικού Κωστή Βελώνη στην οικία Ζούζουλα, στις παρυφές του Κολωνακίου προς τα Εξάρχεια. Για να σκεφτεί κανείς κριτικά και εκ παραλλήλου δύο τόσο διαφορετικά έργα, ένα κινηματογραφικό κι ένα εικαστικό, δεν είναι αρκετή η χρονική τους σύμπτωση και το αλλόκοτο μοντάζ τους, που προσφέρει η εμπειρία της καθημερινότητας μέσα στην αστική ζωή. Περισσότερο από την απλή σύμπτωση, τα δύο έργα θέτουν, το καθένα με τον τρόπο του, το ζήτημα της σχέσης του έργου τέχνης με την πλαισίωσή του, την τοπολογία της εσωτερικότητας και της εξωτερικότητας. Ακόμα παραπέρα είναι δύο έργα που θέτουν την πλαισίωση του έργου τέχνης ως πρωταγωνιστικό ερώτημα για την συγκρότησή του.
“Το Τετράγωνο” είναι ένα εικαστικό έργο που πρωταγωνιστεί εντός του κινηματογραφικού έργου. Πρόκειται για μια εγκατάσταση που στήνεται στην πλατεία της Στοκχόλμης απέναντι από το “Πρώην Βασιλικό Μουσείο” παίρνοντας την θέση ενός ιστορικού μνημείου, που άτσαλα αποκαθαίρεται για να δώσει τη θέση του σε μία διαδραστική -υποτίθεται- εγκατάσταση. Μέσα στο τετράγωνο, σημασμένο στο δάπεδο της πόλης, ο κανόνας του έργου προβλέπει ότι θα διαμειφθούν οι κοινωνικές σχέσεις με έναν τρόπο διαφορετικό από αυτόν που βιώνουμε εκτός του πλαισίου του έργου, στην πραγματική μας ζωή. Εντός του τετραγώνου ο κανόνας του παιχνιδιού προβλέπει την διαμοιβή των σχέσεων των εισερχόμενων υποκειμένων με γνώμονα την αμοιβαιότητα, την εμπιστοσύνη στην ελευθερία του άλλου και την αλληλεγγύη. Προϋπόθεση για να λειτουργήσει αυτή η ετεροτοπική συνθήκη είναι ο μηχανισμός παραγωγής του έργου και η προώθησή του στο κοινό μέσα στις συνθήκες ανταγωνισμού των μουσείων και της τέχνης και με γνώμονα την κεφαλαιοποίηση του έργου τόσο στο οικονομικό επίπεδο όσο και στο κοινωνικό φαντασιακό.

Ο Σολωμός του Στέφανου Ροζάνη

ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΗ ΠΥΛΑΡΙΝΟΥ

Κωστής Βελώνης, Weathered, 2017, παραχώρηση του ΝΕΟΝ και της Γκαλερί Καλφαγιάν


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΖΑΝΗΣ, Σολωμικά, εκδόσεις poema, σελ. 294

Η ενασχόληση του Στέφανου Ροζάνη με τον Διονύσιο Σολωμό και το έργο του πηγαίνει πολλά χρόνια πίσω. Το ίδιο ισχύει και για τις μελέτες του για το ζωογόνο κίνημα του ρομαντισμού, που μεταρσίωσε το ανθρώπινο πνεύμα και καλλιέργησε μια πρωτόγνωρη αισθητική, μεταβολισμένη στην ακμή του σε τρόπο ζωής. Τα φιλοσοφικά του βιώματα, επίσης, ιδίως τις γνώσεις του από την πλατωνική και για την περίπτωσή μας την εγελιανή φιλοσοφία, δεν μπορεί να τα παραβλέψει κανείς, κρίνοντας τα Σολωμικά του, που επανεκδόθηκαν βελτιωμένα και ενισχυμένα με πρόσθετο υλικό. Αναφερθήκαμε στα προηγούμενα, διότι ο αναγνώστης είναι επιβεβλημένο να έχει κατά νουν ότι τα κριτικά, τα ερμηνευτικά, τα φιλολογικά και τα φιλοσοφικά κείμενα του Ροζάνη αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία και πως η αλληλοτροφοδοσία τους, με τη μεταφορά της γνώσης και της εμπειρίας από το ένα στο άλλο, αποτελούν προϋπόθεση για την προσέγγιση του σολωμικού έργου, κειμένων τραυματικά βιωματικών, απότοκων και εν συνεχεία σύμφυτων ενός αιώνα εξέγερσης του πνεύματος.
Ο συγγραφέας, με κέντρο το Δαιμονιακό Ύψιστο, τη μεταφυσική αυτή δύναμη που εξυψώνει αλλά και κατακρημνίζει τον άνθρωπο, επιχειρεί να διεισδύσει στον πυρήνα της σολωμικής ποίησης, στην υπαρξιακή αγωνία μιας καταστροφής χωρίς έλεος, αξιοποιώντας την ιστορία των ιδεών και τη φιλοσοφική διερεύνηση, εξετάζοντας με τον τρόπο αυτόν την αγωνιώσα ψυχή του ποιητή, ως τέκνου του ρομαντισμού. Ο στόχος του έγκειται στη ρομαντική θεώρηση του Σολωμού, σύνθεση γνώσεων και βιωμάτων, δηλαδή ενός τρόπου ζωής σύμφωνου με τα προκρίματα του επαναστατικού αυτού κινήματος που έθεσε σε νέες βάσεις, φιλότητας και νείκους, τη σχέση ανθρώπειου και θείου. Ο Ροζάνης γνωρίζει σε βάθος το ρομαντικό ιδεώδες, επιστρατεύει τους μεγάλους του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, επικαλούμενος το έργο τους με πλήθος παραδειγμάτων που προσαρμόζονται αποδεικτικά στη διερεύνηση των πηγών και της ουσίας της σολωμικής ποίησης.

Ο Στέφανος Ροζάνης και η ρομαντική εξέγερση

Κωστής Βελώνης, Dead Feathers Unfolded, 2017, παραχώρηση του ΝΕΟΝ και της Γκαλερί Καλφαγιάν


ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΤΣΙΑΟΥΝΗ

«Να κάνουμε το όνειρο κόσμο και τον κόσμο όνειρο»
Το περιοδικό Σημειώσεις αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί μια όαση στην πνευματική πραγματικότητα της Ελλάδας των τελευταίων σαράντα και κάτι χρόνων. Σήμερα, αρκετές δεκαετίες μετά την έκδοση του πρώτου τεύχους, θα μπορούσα να πω ότι ο πνευματικός κύκλος του περιοδικού με τη συνέπεια και το ήθος του αποτέλεσε ένα φωτεινό παράδειγμα, μια εστία αντίστασης, απέναντι στην πνευματική ένδεια αλλά και τις ιδεολογικές περιχαρακώσεις που πρότασσαν αντίστοιχες εκδοτικές προσπάθειες. Όπως έχει παρατηρήσει ο Γιώργος Μερτίκας, οι Σημειώσεις ασχολήθηκαν κυρίως «με ένα είδος γραφής που θεωρήθηκε επικίνδυνο ώστε οι κομισάριοι του πνεύματος να σπεύσουν να το εξαφανίσουν: το δοκίμιο».
Ο Ρομαντισμός ως κίνημα και στάση ζωής απασχόλησε τον κύκλο του περιοδικού από τα πρώτα τεύχη του. Είτε μέσα από τη δοκιμιακή γραφή είτε μέσα από την ποιητική αναζήτηση, οι αναφορές, κριτικές ή μη, στο ρομαντικό κοσμοείδωλο είναι παρούσες και συναντώνται σε αρκετά κείμενα των μελών του περιοδικού. Αν κάποιος από το περιοδικό γοητεύτηκε περισσότερο από τη ρομαντική παράδοση και προσπάθησε μέσα από το έργο του να την επαναφέρει στο προσκήνιο, αυτός είναι ο Στέφανος Ροζάνης. Ο Ροζάνης έχει αφιερώσει, εκτός των άλλων, ένα μεγάλο μέρος του έργου του στη θεωρησιακή επεξεργασία της έννοιας του Ρομαντισμού αλλά και στην ανάδειξη των εξεγερτικών στοιχείων που αποτελούν εγγενή στοιχεία του ρομαντικού προτάγματος και του ρομαντικού κοσμοειδώλου.

Το μώλυ της Ιλιάδας

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΟΥΖΗ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΚΡΥΔΗΜΗΤΡΗΣ, Μώλυ, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2017, σελ. 75

Γάμος και σύνοδος ιερή, συστοιχία, συναίρεση / της ψυχής με το σώμα / Σημείο αδιάψευστο και άγαλμα ένδον θεού / Ρόδο που δεν μαράθηκε στην πίκρα του κόσμου // Του πόθου πηγή, της ωραιότητας κοίτη και ώρα / Της ζωής ανίκητε κυβερνήτη, βλέμμα καθρέφτη / της λάμψης του κόσμου / Μεταστροφή, περιαγωγή, δεύτερη γέννηση, σάλος / και τιναγμός / Προσκύνημα και μυσταγωγία στην οδό του μαρτυρίου… («Amatorius»)
Ο Ερμής δίνει στον Οδυσσέα το μώλυ, ένα βότανο με μαύρη ρίζα και γαλακτώδες άνθος για προστασία απέναντι στη μαγεία της Κίρκης (κ 286-306). Το όνομα του φυτού ανήκει στην αποκαλούμενη «γλώσσα των θεών», η οποία συναντάται και στα δύο ομηρικά έπη. Αντίθετα όμως με αντίστοιχες περιπτώσεις στην Ιλιάδα, στην Οδύσσεια δεν αναφέρεται το πώς ονομάζουν το μώλυ οι θνητοί, ώστε αυτό κατακυρώνεται στη θεϊκή σφαίρα. Με τον τίτλο λοιπόν της συλλογής αναδεικνύεται η μεταφυσική διάσταση της ποίησης ακόμη και η ορφική συνέχειά της μετά θάνατον.  
Πολλά ποιήματα εδώ συνετέθησαν με τη μίμηση κειμένων κυρίως της αρχαιότητας. Περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, παραλλαγές και ελεύθερες διασκευές αποσπασμάτων του Ομήρου, της Σαπφούς και του Οβιδίου. Ωστόσο, ο Αντώνης Μακρυδημήτρης δεν θεώρησε απαραίτητη εκτός από την ενσωμάτωση των ενδεικτικών μότο και την παράθεση των σχετικών βιβλιογραφικών σημειώσεων. Αυτό σημαίνει ότι δεν συναριθμεί τον ακριβή εντοπισμό των πρωτότυπων κειμένων στους παράγοντες πρόσληψης των μιμητικών ποιημάτων του. Η συγκεκριμένη στρατηγική παρουσιάζει τις εξής προεκτάσεις: 1) Tα κειμενικά μοντέλα αντιμετωπίζονται ως αρχέτυπα, τα οποία στις παραλλαγές τους μεταβάλλονται σε βασικούς και δομικούς τόπους και μοτίβα. 2) Τα πρωτότυπα ποιήματα και οι διασκευές τους συναποτελούν αλλόμορφα. Ο όρος προέρχεται από τη γλωσσολογία και συνδέεται επιπλέον με τους μετασχηματισμούς μίας σκηνής στις πολλαπλές απαγγελίες της στο πλαίσιο της προφορικής ποίησης, μετασχηματισμούς που θεωρούνται συνυπάρχοντες και ισάξιοι. Κατά συνέπεια, στο ζεύγος πρωτότυπου και παραλλαγής το βέλος του χρόνου διαγράφεται και οι δύο πόλοι δεν επιδέχονται ιεράρχηση. 3) Η διακειμενικότητα μετατρέπεται σε ελεύθερο παιχνίδι. Το έτερο μέλος του κειμενικού διαλόγου, που ανοίγουν τα ποιήματα της συλλογής, αποσιωπούμενο συστηματικά γίνεται μία ανοιχτή υποδοχή, όπου ο αναγνώστης μπορεί να εισαγάγει τα προσωπικά του αντικείμενα συσχετισμών. 4) Τα παράγωγα ποιήματα αναπληρώνουν τα πρωτότυπα, στην ουσία ανάγονται στις μορφές τις οποίες τα δεύτερα θα αποκτούσαν διαρθρωμένα από τη σύγχρονη πολιτισμική σημειολογία.

Λογοτεχνία και σχέσεις παραγωγής

Κωστής Βελώνης, Notre Dame des Fleurs, 2017, παραχώρηση του ΝΕΟΝ και της Γκαλερί Καλφαγιάν


ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Ο άνθρωπος, σύμφωνα με τη γνωστή αναφορά του Μαρξ στον Φόιερμπαχ, είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Βέβαια το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων είναι το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων, αλλά, μπορούμε να πιστεύουμε, και το σύνολο των επικοινωνιακών σχέσεων. Από τις δύο αυτές διαστάσεις, δεν μπορούμε να πούμε ότι η μία γεννιέται από την άλλη: είναι και οι δύο διαστάσεις σε βάθος, δεν γενικεύονται σε όρους δομής και υποδομής. Όπως οι σχέσεις παραγωγής, όποιες κι αν είναι αυτές, αντιπροσωπεύουν μια σημαντική στιγμή από την οποία μπορούμε να μιλήσουμε για άτομα, με τον ίδιο τρόπο και η γλωσσική διάσταση είναι συνθήκη απαραίτητη απ’ όπου μπορούμε ν’ αρχίσουμε να μιλάμε για υποκείμενα, επικοινωνούντα πρόσωπα. Απ’ τη στιγμή λοιπόν που υπάρχουν αυτά τα δύο επίπεδα κοινωνικής δραστηριότητας, καθένα από τα οποία έχει μια δική του ιδιαίτερη χρονική διάρκεια, πώς θα ορίζαμε το πρόβλημα της ιστορικότητας της λογοτεχνίας; Είναι προφανές ότι τα κείμενα ακολουθούν χρονικά το ένα το άλλο. Τα κείμενα που γράφονται σήμερα, πρέπει να ενώνονται μ’ εκείνα που είχαν γραφτεί χθες, απ’ τη στιγμή που εντάσσονται στην ιδέα της «λογοτεχνίας» κι από την άλλη μεριά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιστορία τα διαφοροποιεί σημαντικά: το πρόβλημα λοιπόν είναι πώς να εισάγεις το χρόνο στη δομή.

Το σώμα της ποίησης, ο έρωτας της εικόνας

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ - ΜΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ, Το Σώμα. Ο Έρωτας, εκδόσεις Τέχνης Οίστρος, σελ. 72

Ντίνος Πετράτος, «Η Κική Δημουλά», ψηφιακή σύνθεση 
Τα τελευταία χρόνια, με την επέλαση της εικόνας αλλά και τη γενικευμένη αισθητική αμηχανία, είναι πολύ συνηθισμένο το φαινόμενο των εικαστικών έργων που επιχειρούν να συνδέσουν την επικοινωνιακή τους δραστικότητα με την ποίηση και εν γένει με τον κειμενικό λόγο, αξιοποιώντας τις πρωτόγνωρες τεχνικές δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις, η συνομιλία εικόνας και κειμένου παραμένει αμφίβολη, και συνήθως κυριαρχεί είτε μια αδέξια προσπάθεια εικονοποιητικής εννοιολόγησης, που δεν βρίσκει ουσιαστικά ερείσματα στο κείμενο, απλούστατα γιατί επιπίπτει σε αυτό χωρίς καμιά επικοινωνία με τη γλώσσα του, είτε μια ιμπρεσσιονιστική προσέγγιση, που καθιστά το κείμενο ντεκόρ και φόντο, απλή αναφορά, χωρίς αισθητικές παραμέτρους που να συνέχουν τη σχέση του με την εικόνα.
Το ίδιο άλλωστε γίνεται με τη μελοποίηση ποιημάτων, τόσο συχνή τελευταία, που συνήθως είναι απλώς μια υπεκφυγή από την άβολη κατάσταση της έλλειψης αξιόλογων στίχων τραγουδιών που να λειτουργούν στον ρόλο τους, που είναι αυτός του λιμπρέτο. Το τραγούδι, ως κατ’ εξοχήν λαϊκός λόγος, χρειάζεται ανάλογο στίχο, και αυτή ακριβώς η έλλειψη δείχνει την κρίση ταυτότητας του λαϊκού λόγου. Δεν λείπουν βέβαια οι αξιόλογες συνομιλίες, μουσικής και λογοτεχνικού λόγου, όπως π.χ. η πρόσφατη δουλειά του Μανώλη Γαλιάτσου πάνω στην ποίηση του Γιώργου Βέη ή, φυσικά, η αειθαλής μελοποίηση του Καββαδία από τον Θάνο Μικρούτσικο, όμως σε αυτές, τις λίγες περιπτώσεις, ο μουσικός λόγος καταφέρνει και οικειοποιείται εκείνον της λογοτεχνίας, επειδή κατανοεί τη γλώσσα της, ενώ ταυτόχρονα έχει εμπιστοσύνη στη δική του. Γιατί το ζητούμενο της σύγχρονης τέχνης είναι αυτό που μας λέει στο ανά χείρας βιβλίο η Κική Δημουλά: «να μεταμορφώσει την αναπαράσταση σε ένα συναρπαστικό δυναμικό πρωτογενές».