21/8/17

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από έκθεση αφιερωμένη στο έργο του Μίκη Ματσάκη που πραγματοποιείται από το ΜΙΕΤ στο Μέγαρο Εϋνάρδου (Αγ. Κωνσταντίνου 20 & Μενάνδρου, Αθήνα). Μέχρι 30/9

Μίκης Ματσάκης, Το σπίτι πάνω στο δρόμο, 1934, λάδι σε μουσαμά, 51 x 65,3 εκ. 

Η διεκδίκηση της δημόσιας μνήμης στην Κοκκινιά

Το Μπλόκο, η πλατεία Οσίας Ξένης, η «Μάντρα» της εκτέλεσης, το Μνημείο πεσόντων του Ζαγγολόπουλου, το μοντερνιστικό Δημαρχείο που δεν ανεγέρθηκε, και το κλασικιστικά ρομαντικό, νεοβυζαντινό κτίριο της Μητρόπολης...

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΟΥΛΟΥ

Γιώργος Ζογγολόπουλος, 
Μνημείο Πεσόντων Κοκκινιάς, 1956
Την αφορμή για το κείμενο που ακολουθεί έδωσαν οι επέτειοι δύο γεγονότων. Από τη μια εκείνη του απριλιανού πραξικοπήματος, με τη συμπλήρωση φέτος των πενήντα χρόνων, επέτειος που προκάλεσε έναν μεγάλο ιστορικό και ερευνητικό διάλογο που εκτείνεται σε όλη την τρέχουσα χρονιά. Από την άλλη, πρόκειται για ένα γεγονός που συνέβη το μήνα που διανύουμε και μας πάει ακόμη πιο πίσω στο χρόνο. Πρόκειται για το δεύτερο, το μεγάλο μπλόκο της Κοκκινιάς (Νίκαιας), που έγινε στις 17 Αυγούστου 1944. Τα δύο γεγονότα συναντήθηκαν στη Νίκαια τα χρόνια της δικτατορίας, με διακύβευμα τη δημόσια μνήμη και την ταυτότητα του δημόσιου χώρου. Ο χώρος στην προκειμένη περίπτωση ήταν η πλατεία της Οσίας Ξένης, σήμερα πλατεία 17ης Αυγούστου 1944, εκεί που έλαβε χώρα το μπλόκο της Κοκκινιάς.
Όσον αφορά το μπλόκο, ας θυμίσουμε ότι ήταν μία από τις βιαιότερες επιχειρήσεις του καλοκαιριού του ΄44, τότε που οι εαμικές συνοικίες της πρωτεύουσας έγιναν πεδίο μαζικών εκκαθαρίσεων από τη μεριά των κατοχικών δυνάμεων και των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας. Με δύο τόπους μαζικών εκτελέσεων, ένοπλες συγκρούσεις στα βορειοδυτικά της πόλης και μεμονωμένες εκτελέσεις, ο τεκμηριωμένος αριθμός των θυμάτων της ημέρας εκείνης ξεπερνά τους 170 ανθρώπους,[1] με γυναίκες ανάμεσά τους, ενώ η ασύλληπτου μεγέθους ομηρία που ακολούθησε είναι, σύμφωνα με τα γερμανικά αρχεία,[2] της τάξης των 3.000 ανδρών.

Ο ελληνικός τουρισμός

Στο φόντο πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μετασχηματισμών, την περίοδο 1950 – 1974

ΤΗΣ ΑΛΙΚΗΣ ΚΟΣΥΦΟΛΟΓΟΥ

Μίκης Ματσάκης, Στην πλαζ, λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε χάρντμπορντ, 41 x 51 εκ. 


ΜΙΧΑΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΚΑΚΗΣ, Μοντέρνα Κίρκη: Τουρισμός και ελληνική κοινωνία την περίοδο 1950 -  1974, πρόλογος: Γεράσιμος Ζαχαράτος, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 200

Είναι κοινά αποδεκτό το συμπέρασμα της σχετικής βιβλιογραφίας ότι ο διεθνής τουρισμός είναι ευάλωτος στις αναταράξεις της διεθνούς πολιτικής σκηνής, ωστόσο σύντομα ανακάμπτει ανοίγοντας νέους δρόμους και χαράσσοντας νέες διαδρομές για την τουριστική οικονομία[1]. Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 υπήρξε μία τέτοια αφετηρία «επανεκίνησης» του διεθνούς τουρισμού, ευνοημένου από την πτώση της τιμής των καυσίμων, την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών, την δημιουργία ή τον πολλαπλασιασμό τουριστικών προορισμών σε χώρες της Ασίας και της περιοχής του Ειρηνικού  αλλά και από την περαιτέρω ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας και την δημιουργία ακόμη περισσότερων ειδικών ζωνών οικονομικής ανάπτυξης.
Η Ελλάδα, μέσα στις συνθήκες της παγκόσμιας κρίσης διατήρησε την ανταγωνιστική της θέση μεταξύ των τουριστικών προορισμών της περιοχής της Μεσογείου[2], παρά την εσωτερική οικονομική και κοινωνική κρίση και την ανάδειξη των νεότευκτων τουριστικών προορισμών στην ευρύτερη περιοχή. Ιδιαίτερα, η εμπειρία της φετινής τουριστικής σαιζόν σε εξέλιξη, με αφορμή και το παράδειγμα της Αθήνας, αφήνει δείγματα εντυπωσιακής προσαρμοστικότητας αλλά και αναδυόμενων νέου τύπου εκσυγχρονιστικών τάσεων στην μορφή και στον χαρακτήρα των υπηρεσιών που προσφέρονται. Επιπλέον, η τουριστική επένδυση στην Αθήνα ως ενός σύγχρονου πεδίου παραγωγής πολιτιστικών δράσεων –όπως για παράδειγμα η διοργάνωση της Documenta 14- διαμορφώνει το δίχως άλλο ένα πολύ ενδιαφέρον πλαίσιο συζήτησης για τον σύγχρονο ελληνικό τουρισμό μέσα στις συνθήκες στις οποίες η πόλη και οι πόλεις συνεχίζουν να βιώνουν τις υλικές συνέπειες της μνημονιακής λιτότητας και της καταστολής των τελευταίων –σχεδόν πλέον– δέκα χρόνων.

Λέων Τρότσκι: υπέρτατη ευτυχία, η προετοιμασία του μέλλοντος

Ο δικαστής Ούρλιχ (στο κέντρο) εκφωνεί την καταδικαστική απόφαση για τον Μπουχάριν, τον Μάρτιο του 1938


77 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη δολοφονία του Λ. Τρότσκι στο Κογιοακάν του Μεξικού από τον σταλινικό πράκτορα Ραμόν Μερκαντέρ.
Σήμερα αναδημοσιεύουμε αποσπάσματα, λόγω χώρου, από το «Λόγο του Λ. Τρότσκι στον Ιπποδρόμο της Νέας Υόρκης», στις 9 Φλεβάρη 1937, σε μια συγκέντρωση επτά χιλιάδων ανθρώπων, που είχε οργανώσει η Επιτροπή Έρευνας για τις δίκες της Μόσχας, με επικεφαλής των αμερικανό φιλόσοφο-παιδαγωγό Τζον Ντιούι, η οποία, μετά από εξονυχιστική έρευνα, απέδειξε ότι επρόκειτο για σκευωρίες. Ο λόγος περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Λ. Τρότσκι, Τα εγκλήματα του Στάλιν, μετ. Λ. Μιχαήλ (Μ. Λίλλης), εκδ. Προμηθέας, 1962, εκδ. Αλλαγή 1984, το οποίο έγραψε ανάμεσα στον Αύγουστο του 1936 -Πρώτη Δίκη της Μόσχας- και στο καλοκαίρι του 1937, ενώ ήταν εξόριστος στη Νορβηγία και στο Μεξικό.
Στις Δίκες της Μόσχας, η παλιά φρουρά των Μπολσεβίκων που ηγήθηκε της Οκτωβριανής Επανάστασης καταδικάστηκε σε θάνατο για «αντεπαναστατική δραστηριότητα, δολιοφθορά, δολοφονίες και συνεργασία με το φασισμό»(!), ενώ χιλιάδες μέλη του κόμματος εξοντώθηκαν στα γκουλάγκ της Αρκτικής.
Το 1956, ο Χρουστσόφ, στην έκθεσή του προς το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, παραδέχτηκε ότι οι κατηγορίες ήταν χαλκευμένες. Στο πλαίσιο της «αποσταλινοποίησης» αποκατέστησε τα θύματα των μαζικών εκκαθαρίσεων. Όπως είχε προβλέψει ο Λ. Τρότσκι -που δεν αποκαταστάθηκε- «η ιστορία δεν θα συγχωρέσει ούτε μία σταγόνα αίμα που προσφέρθηκε στον καινούργιο Μολώχ της αυθαιρεσίας και του προνομίου».
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΜΗΤΑΦΙΔΗΣ

Αγαπητοί ακροατές, σύντροφοι και φίλοι!
Ο πρώτος μου λόγος θα είναι για να σας παρακαλέσω να με συγχωρήσετε για την αξιοθρήνητη αγγλική προφορά μου. Ο δεύτερος λόγος μου, για να ευχαριστήσω την επιτροπή που μού ’δωσε τη δυνατότητα να σας μιλήσω για τις δίκες της Μόσχας.
Η δίκη Ζηνόβιεφ-Κάμενεφ προκάλεσε ένα αίσθημα φρίκης […] ή τουλάχιστο κατάπληξης. Η δίκη Ράντεκ-Πιατάκοβ αύξησε μόνο αυτά τα αισθήματα. […] Να αμφιβάλλεις για τη δικαιοσύνη σ’ αυτή την περίπτωση είναι σα να υποπτεύεσαι την απάτη. Η σοβιετική κυβέρνηση δε θά ’πρεπε να ζητήσει να διαλύσει αυτές τις υποψίες; Το χρέος των αληθινών φίλων της ΕΣΣΔ δε θά ’πρεπε να είναι να πούνε σταθερά στους κυβερνήτες της Μόσχας να διαλύσουν με κάθε τρόπο τη δυσπιστία που προκαλεί η δικαιοσύνη της Μόσχας στη Δύση; […]

Η κλήση σας προωθείται

ΔΙΗΓΗΜΑ

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΑΤΖΗΜΩΫΣΙΑΔΗ

Είναι κάποιες φωνές δίχως χρώμα. Ουδέτερες. Κενές, άδειες. Σχεδόν μη ανθρώπινες. Όσο κι αν κουβαλούν ένα φύλο. Κρύβουν μια ταυτότητα. Υπαινίσσονται ένα πρόσωπο. Που θα μπορούσε να είναι απλώς συμπαθητικό ή ενδεχομένως ενδιαφέρον ή ακόμη και ελκυστικό. Τόσο ώστε δεν θα απέκλειες το ενδεχόμενο να την έχεις κάποτε στο μέλλον γκόμενα, και ίσως μάλιστα να διανύατε ένα διάστημα έντονου πάθους. Με ανταλλαγή τρυφερών μηνυμάτων στο κινητό και ρομαντικές βόλτες πιασμένοι χέρι χέρι κάτω από το μελιχρούν φως του δειλινού. Αλλά πολύ γρήγορα ξέρεις ότι θα άρχιζε να σου τη δίνει στα νεύρα και δεν θα δίσταζες ούτε στιγμή να τα τινάξεις όλα στον αέρα.  Αφού κάθε φορά που θα της τηλεφωνούσες με λαχτάρα για να ακούσεις τη φωνή της, ο ίδιος άχρωμος, σχεδόν διεκπεραιωτικός τόνος θα σε ξενέρωνε από την πρώτη ακόμη φράση της: «Εμπρός. Ποιος είναι, παρακαλώ;».
Αλλά κατά βάθος συνεχίζεις να ελπίζεις. Να ελπίζεις και να επιμένεις. Ίσως γιατί δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις. Ίσως γιατί σου τέλειωσαν όλες οι άλλες επιλογές. Όσο αστείο ή οξύμωρο ή περίεργο και αν ακούγεται κάτι τέτοιο. Ναι, μπορεί και να σου τελείωσαν. Γιατί παρ’ όλα τα μονοπάτια, τους δρόμους, τις λεωφόρους και τους διαύλους της επικοινωνίας, που κινητά και ακίνητα, αναλογικά και ψηφιακά μέσα ανοίγουν στην επαφή σου με τον άλλον, είναι φορές που βρίσκεις ξανά και ξανά τον εαυτό σου στην ίδια κατάσταση του αρχαίου και πρωτόγονου συγγενή σου. Που άναβε φωτιές και έστελνε με τους καπνούς μηνύματα. Ή εξασκούσε ταχυδρομικά περιστέρια για να μεταφέρουν τα γράμματά του. Ή πετούσε στον ωκεανό μπουκάλια με εκκλήσεις βοηθείας. Ή περνώντας από τις γειτονικές σπηλιές στεκόταν μπρος στο άνοιγμα της εισόδου βγάζοντας ένα μουγκρητό, που στην κοινή νεοελληνική θα μπορούσε να αποδοθεί και με τη φράση «Είναι, γαμώ την ατυχία μου, κανείς εδώ μέσα για να παίξουμε μπιρίμπα;»

Ένα μοναχικό ζώο

ΔΙΗΓΗΜΑ

Μίκης Ματσάκης, Σίφνος, ξωκλήσι, 1974, λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε κόντρα πλακέ, 65 x 84 εκ. 


ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

Είχε τρεις βδομάδες αυτός ο ψηλός εργάτης στο κτήμα τους.  Δούλευε αμίλητος και το μεσημέρι έτρωγε κάτω από την σκιά του ευκάλυπτου το φαγητό που του πήγαινε, κουνώντας απλώς το κεφάλι του για ευχαριστώ.
Ήταν Ιούλης και ξεπάστρευε τα ξερά χόρτα, πότιζε το γρασίδι και τους λάκκους των δέντρων, μάζευε όσα φρούτα κρέμονταν ακόμα στα κλαριά, φρεζάριζε το χώμα στα μέρη που δεν είχε ηρεμήσει, και τ’ απογεύματα πλένονταν έξω στο ντους, αφού έβαζε πρώτα το κεφάλι του στην μισάνοιχτη πόρτα της κουζίνας και ανακοίνωνε, εγώ πάω να πλυθώ, για να μην βγει αυτή εκεί κοντά, επειδή έβγαζε την  μπλε φόρμα  του μπλουτζίν  με τις ράντες που κούμπωναν χιαστί στην πλάτη του, όπου μέσα το γυμνό μυώδες κορμί του έλαμπε από τον ιδρώτα και πλένονταν ολόγυμνος στο δροσερό νερό.
Τα βράδια πριν αποσυρθεί στο καλυβάκι του κηπουρού, στέκονταν όρθιος για πολύ κοιτάζοντας πέρα τους μελανούς λόφους θαρρείς και περίμενε κάποιον να ρθει. Ο άντρας της τον πλησίασε μερικές φορές κι αντάλλασσε κάποιες κουβέντες μαζί του, όπου εκείνος απαντούσε αφηρημένα χωρίς να ξεσκαλώνει το βλέμμα του από τους λόφους. Εκείνη ήξερε πως όταν έπεφταν για ύπνο εκείνος σηκωνόταν και στηνόταν στην ίδια θέση ώσπου να ξημερώσει. Πολλές νύχτες άφησε το κρεβάτι της και βγήκε έξω στον χλιαρό αέρα όπου είδε την ψιλόλιγνη κορμοστασιά του κάτω από το λαμπερό φεγγάρι όρθια, σα να ήθελε να αναμετρηθεί με τους λόφους ή με κάτι πιο δυνατό απ’ αυτόν.
Έτσι έκανε όλες αυτές τι μέρες και τώρα στεκότανε μπροστά της καθαρός, με τα μαλλιά του να στάζουν ξανθές φλόγες  πάνω στον λαιμό του.

Κουμέικα Σάμου

Έτσι έχει μείνει η λέξη
κι ούτε πρόκειται ν' αλλάξει
σαν ηχώ του σθένους
Κου – μέ - ι - κα
όπως θυμάμαι πολύ καλά
σαν να ήταν τώρα
όπως ακριβώς την άκουσα
για πρώτη φορά από τον πατέρα μου
θα τον μιμήθηκα μάλλον
θα τη συλλάβισα εύκολα
σαν περιστέρι όνομα σε χαμηλή
σταθερή πτήση
να με αγγίζει αμέσως στο φτερό
η πατρίδα, το χωριό του γιατρού
του ποιητή Δημήτρη Παπαδίτσα
σαν από πάντα το περιστέρι αυτό.


Γιώργος Βέης

Η Πολιτεία του ποιητή

Μίκης Ματσάκης, Φελούκες, 1962, λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε χάρντμπορντ, 41 x 52 εκ.


ΤΟΥ ΣΙΜΟΥ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗ

Η ποιητική πολιτεία του Ηλία Τσέχου περιλαμβάνει εικόνες, μνήμες, επιρροές, τα υποκείμενα που δρουν και «ακινητοποιούνται», την ποίηση ως επιθετικό πλαίσιο αποκοπής από ό,τι περιορίζει, από το ορθό αλλά και από τη μη-ορθό.
Ματώνουν οι μάχες που δεν δώσαμε
Τον χρόνο άκου τον καλά, μαθαίνει
Προς νότο θάλασσες, ανατολάς ψαρεύουν!
Η κάπαρη, δείχτης αλατιού, ούριος
Παλίρροιες γιορτές, νεροξεμαλλιασμένες,
Εξαγγελίας φούρλας: πάστρα χορεύουν τα νησιά
Παραμύθι πως τα κάστρα δεν γέρνουν στο φως
Ανεμοστρόβιλοι γύροι θανάτων λόγοι
Φανάρια θυέλλης οι συμπάθειες
Δεν έχει λόγους η καρδιά, χτυπά.[1]
Ο Ηλίας Τσέχος συγκροτεί ένα γίγνεσθαι ζωτικό, οικείο, ένα γίγνεσθαι που φέρει το βάρος της μαρτυρίας, ατομικής-συλλογικής, της ποιητικής απόδοσης, όχι ευθυνών αλλά προσδιοριστικών στοιχείων: μία νίκη που φέρει το δυνητικό βάρος της ήττας, τον χρόνο που «άκου τον καλά, μαθαίνει».
Όταν η λέξη-ποίηση «στέκει» μετέωρη, όχι για να γεμίσει τα διάκενα, αλλά για να τα αναδείξει και να τα αποκρυσταλλώσει ως τμήμα ενός μη-εξακολουθητικού βίου, που περιλαμβάνει διάκενα ωσάν χάσματα μνήμης & ζωής, αναβολές, ματαιώσεις, το αίμα ως συνθήκη (ως μύθο δύναται να αναφέρουμε) αλλά και ως διάστικτο, προσωπικό και συλλογικό τραύμα.
Και βήμα-βήμα προς την εναρμόνιση με την πρωταρχική ανθρώπινη κατάσταση, συγκροτεί τη δική του υποκειμενοποίηση: «Δεν έχει λόγους η καρδιά, χτυπά», φυσικά, ζωτικά, απολύτως ανθρώπινα, δείκτης της ανθρώπινης-σωματικής φθοράς αλλά και «μορφή» καθημερινής «αναγέννησης» άνευ λόγων, όπως γράφει ο ποιητής, και, κάποιες φορές, άνευ στοχεύσεων.
 Και ο μη-λόγος (μη στόχευση) «μετασχηματίζεται» σε δι-ιστορικό σημείο, στο σημείο ακριβώς που συνυφαίνει πορείες, εκεί όπου η δυναμική του, παράδοξα, έγκειται στο λόγο και στην ηθελημένη «αυτο-παγίδευση» στις σημάνσεις της ποίησης.

14/8/17

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση Το Λάβαρο του Πανεπιστημίου Αθηνών: Σύγχρονες εικαστικές προσεγγίσεις που πραγματοποιείται στο Μουσείο Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (Θόλου 5, Πλάκα, Αθήνα). Επιμ. Ειρήνη Σαββανή. Μέχρι 31/12

Δημήτρης Ζουρούδης, Μετά- παραγωγή, Αναφορά στο Λάβαρο, 2017, λάδι, ακρυλικό, ύφασμα, 100 x 90 εκ. 

Θεοδικία

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ

Μορφές «θεοδικίας» (μολονότι ο όρος εισάγεται το 1710 από τον Leibniz) υπήρξαν πολλές στον ανθρώπινο κόσμο, όπως καταγράφονται από την εποχή που διασώζονται γραπτές και προφορικές μαρτυρίες. Και τούτο όταν κάθε φορά το ασύμπτωτο «καλού» και «κακού» δεν συνάδει προς τη δικαιοσύνη που κατοχυρώνει η θεότητα. Τέτοιες αφορμές, ενδεικτικά και αλφαβητικά, ήταν: ανισότητα, αρρώστια, βία, γηρατειά, διασπορά, εθνοκάθαρση, εξουσία, θάνατος, μελαγχολία, ρατσισμός, σκλαβιά, φτώχεια. Τόσο που όσοι τις αντιμετωπίζουν να δέχονται τα επιτίμια: «της φιλοσοφίας και της διαλεκτικής ευρετής ο διάβολος».
Ανά  τον πλανήτη  και ειδικότερα σε ό,τι ονομάζεται «δυτικός κόσμος» μπορούν να προσφέρουν κάποια «διέξοδο» από τη σημερινή «κρίση» οι υπάρχουσες μορφές του θρησκεύεσθαι στο πεδίο των συγκεκριμένων υποκειμένων και με οποιαδήποτε οργανωτική-θεσμική μορφή; Τα επιμέρους στοιχεία αυτού του ερωτήματος προφανώς και απαιτούν διεξοδική ανάλυση. Αυτός όμως στον οποίο αποδίδεται η φράση: «Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» είχε συναφώς υποδείξει ότι ο «άνθρωπος δημιουργεί τη θρησκεία, όχι η θρησκεία τον άνθρωπο». Έτσι δεν αρκείται στο να μετατρέψει τα θεολογικά θέματα σε εγκόσμια, αλλά προσθέτει ότι ο «άνθρωπος δεν είναι κάποιο αφηρημένο πλάσμα που κατοικεί έξω από τον κόσμο». Γιατί ο άνθρωπος «είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το κράτος, η κοινότητα». Από εδώ αναζητά την κοινωνική καταγωγή της θρησκείας που συγκροτεί την «αντιστραμμένη συνείδηση του κόσμου» και εκφράζει την «καρδιά ενός άκαρδου κόσμου και την ψυχή των άψυχων καταστάσεων». Αν τούτο συνεπάγεται την αξίωση να μετασχηματισθεί η «κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής», ποια θα ήταν τα ενδεικτικά ευρήματα από την πρόσφατη εγχώρια ιστορία;

Στο γύρισμα του αιώνα

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ

Αντώνιος (Παναγόπουλος), ESPACE DE MEMOIRE- ΛΑΒΑΡΟ, 2016, ακρυλικό σε μουσαμά, μεταλλικό χρώμα, σίδερο, 35 x 57 x 14 εκ. 


ΚΑΡΟΛΙΝΑ ΜΕΡΜΗΓΚΑ, Ο Έλληνας γιατρός, μυθιστόρημα, εκδόσεις Μελάνι, 2016

Το βιβλίο είναι ένα κατορθωμένο κείμενο. Μια κοπιώδης εργασία, όσον αφορά στο πλήθος του ιστορικού υλικού που είχε να διαχειριστεί η συγγραφέας και στην επιβεβαίωση των πραγματολογικών στοιχείων, στην τεκμηρίωση και τον υπομνηματισμό τους. Η φέρουσα δοκός του οικοδομήματος που αρχιτεκτόνησε η Καρολίνα Μέρμηγκα είναι ο Κωνσταντίνος Μέρμηγκας, ο οποίος υπήρξε πατέρας του πατέρα της, παππούς της τον οποίο δεν πρόλαβε να γνωρίσει.
Γεννήθηκε στον Κάμπο της Οιτύλου το 1874. Ολοκλήρωσε τη βασική του εκπαίδευση στην Καλαμάτα. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας όπου και αναγορεύτηκε διδάκτωρ το 1895. Μετά από υποτροφία που κέρδισε σε διαγωνισμό μετέβη στην Γερμανία. Εκεί εξειδικεύτηκε στην χειρουργική και τη στρατιωτική υγειονομική. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1903 και έγινε χειρουργός στο Α΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο και διορίστηκε υφηγητής της Χειρουργικής το 1905. Παραιτήθηκε από την ενεργό στρατιωτική υπηρεσία και διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της Χειρουργικής Κλινικής του Εθνικού Πανεπιστημίου το 1915 και τακτικός καθηγητής της Εγχειριτικής και Τοπογραφικής Ανατομικής το 1922. Το 1935 έγινε καθηγητής της Χειρουργικής Κλινικής.
Ασχολήθηκε με την πολιτική και έγινε βουλευτής Λακωνίας το 1911, γερουσιαστής εκ μέρους του Πανεπιστημίου, της Ακαδημίας και των ανωτάτων σχολών το 1932. Εκλέχτηκε μέλος της Γερμανικής Ακαδημίας του Μονάχου το 1936 και πρόεδρος της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών (1923 - 1935). Διετέλεσε διορισμένος από τους Γερμανούς δήμαρχος Αθηναίων από τον Ιούνιο έως την 1η Αυγούστου 1941. Παραιτήθηκε όταν αντιλήφθηκε πως ήταν ανέφικτη η σωστή δράση του ως δήμαρχος.
Συνέγραψε αρκετές επιστημονικές εργασίες σχετικά με την χειρουργική.
Μετέφρασε, για πρώτη φορά ολόκληρο, το έργο «Φάουστ» του Γκαίτε.
Απεβίωσε στην Αθήνα το 1941