31/12/16

Encore

Χρήστος Κωτσούλας (Capten) Χωρίς λόγια, 25 x 25 x 5 cm., εκτυπώσεις, χαρτόνι, χρώμα χρυσό glitter

ΤΗΣ ΕΥΗΣ ΠΡΟΥΣΑΛΗ

«Μέσα μας μεγαλώνει ένας νεκρός»
Θ. Τσαλαπάτης

Το θέατρο Άττις γιορτάζει φέτος τα 30 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας του στα σκηνικά δρώμενα της χώρας. Στη σκηνή του εκτυλίσσεται το Ανθρώπινο Δράμα, σε όλες τις εκφάνσεις, τις πτυχές και τις διαπλοκές του. Η αισθητική και οι επιλογές των δραματικών έργων αναδεικνύουν τη συνειδητή απόφαση -του σκηνοθέτη Θεόδωρου Τερζόπουλου- για ρήξη με το αισθητικό θεατρικό κατεστημένο αλλά και τη στοχευμένη πράξη της επανασύνδεσης τού θεατρικού δρώμενου με το κοινωνικό γίγνεσθαι. Με γνώμονα τη «σκληρή δουλειά και την έρευνα» ο σκηνοθέτης διαμορφώνει έναν τρόπο εργασίας βασισμένο στη συλλογικότητα ενώ απομακρύνεται από τις συνήθεις επιταγές που επιβάλει η θεατρική αγορά. Ήδη, η επιλογή του ονόματος της θεατρικής του ομάδας ενέχει τη δική της υποδήλωση, αφού προέρχεται από τον φρυγικό θεό Άττι, η λατρεία του οποίου εμπεριέχει την ιερότητα, την αφοσίωση, την έκσταση, αλλά και την αναγέννηση.
Έτσι, από το 1986, ο Θ. Τερζόπουλος ταυτίζει τη ζωή του με το θέατρο και με την ομάδα Άττις. Μέσα σ’ αυτόν τον ηθελημένα περιχαρακωμένο χώρο αρθρώνει το δικό του σκηνικό λεξιλόγιο, προσπαθώντας να απαντήσει στο γιατί και το πώς κάνουμε θέατρο. Κατά τα πρότυπα των Μέγιερχολντ, Αρτώ, Γκροτόφσκι, Μπρεχτ κ.ά. αναπτύσσει, τόσο μέσω των σκηνοθεσιών του όσο και μέσω της θεωρίας του, ένα προσωπικό θεατρικό σύστημα: επικεντρώνεται σ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει «ουσιοκρατικό» σώμα, ένα παγκόσμιο σώμα-ον και εισηγείται μία νέα μέθοδο θεωρίας και πρακτικής που αναπτύσσει σταδιακά κι εφαρμόζει κατά τη διδασκαλία των ηθοποιών του. Μέσα από τη διαστολή των ορίων του σώματος, μέσα από τον χορό, την κίνηση, τον ρυθμό, την καταπόνηση και την αυτοσυγκέντρωση, ο ηθοποιός προσπαθεί να άρει τη διαχωριστική γραμμή υποκειμένου-αντικειμένου και να ταυτιστεί με την ουσιώδη υπόσταση του όντος. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Τερζόπουλος προσεγγίζει τον ελληνικό Μύθο και αποπειράται να αποκρυπτογραφήσει και να απελευθερώσει τη «μανία» του «πνεύματος» και του «σώματος» που κρύβονται μέσα του. Εμπνεόμενος από τα λαϊκά και θρησκευτικά δρώμενα -ελληνική παράδοση, Αναστενάρια, Ποντιακός χορός- αλλά και την παράδοση της Ανατολής -Θέατρο Νο, Καμπούκι, Κατακάλι, χορός Μπούτο- προσεγγίζει τη θεατρική πράξη μέσα από ανθρωπολογικούς όρους.
Η μορφή των παραστάσεών του περιλαμβάνει καθαρά «σημεία»: αναγνωρίσιμες φόρμες -κυρίως κύκλους, διαγωνίους, τεμνόμενες γραμμές, φως / σκοτάδι, έντονο ρυθμό, βίαιες κινήσεις, εναλλαγές χρωμάτων λευκού, μαύρου, κόκκινου, ηχητικές νύξεις κ.ά. Τα «βακχευόμενα» και συχνά γυμνά σώματα του Θεάτρου Άττις περιηγούνται στα ένδον, στα σκοτεινά τοπία του συνειδητού και ασυνείδητου εαυτού. Μ’ αυτόν τον τρόπο προσεγγίζει τις Βάκχες, τους Πέρσες, την Αντιγόνη, τον Προμηθέα Δεσμώτη, τον Ηρακλή Μαινόμενο, τον Φιλοκτήτη, τον Αίαντα και τον Οιδίποδα, αλλά και τα κείμενα που προκύπτουν από συνθέσεις αρχαίων τραγωδιών. Ο Θ. Τερζόπουλος, ασχολείται, όμως, και με το σύγχρονο δράμα εφαρμόζοντας τη μέθοδό του. Συνομιλεί, κυρίως με τους: Μύλλερ, Μπέκετ, Μπρεχτ, Στρίντμπεργκ, αλλά και με σύγχρονους Έλληνες δραματουργούς - Ποντίκας, Βασικεχαγιόγλου, Κοντραφούρης, Λογαράς, Δημητριάδης, Τσαλαπάτης κ.ά. Η εμβέλεια του Θεάτρου Άττις καλύπτει στον παγκόσμιο χάρτη πάνω από 35 χώρες, όπου παρουσιάζονται περίπου 50 θεατρικά έργα. Η δια-πολιτισμικότητα για το Θέατρο Άττις είναι κατεκτημένη.

Το θέατρο Άττις είναι, συνεπώς, ένας τόπος όπου η θεατρική τέχνη, θύει στο βωμό του αρχαίου και του νεώτερου δράματος, με γνώμονα την εμπειρία των αισθήσεων και του σώματος αλλά και της απορηματικής και κριτικής σκέψης, εργαλεία και μέσα που οδηγούν στην κατανόηση και την αφύπνιση. Το πάσχον σώμα και το σωματικό πάθος βρίσκονται στο επίκεντρο των παραστάσεών του ταυτοχρόνως. Προσεγγίζει στον άνθρωπο αυτό που δεν είναι παρά ο ενικός αριθμός του πληθυντικού «άνθρωποι», ανατέμνοντας το ορμέμφυτο και πολεμώντας το «αυτονόητο», καταστρέφει τις σχηματοποιήσεις και διαλύει τις ψευδαισθήσεις. Καταβυθίζεται, έτσι, στην ουσία των πραγμάτων καθεαυτήν.
Alarm, Amor, Encore. Οι παραστάσεις του θεάτρου Άττις την τελευταία πενταετία.
Πρόκειται, για μια σύγχρονη Τριλογία. Η πορεία του ανθρώπινου όντος επί γης, αισθητικά αποτυπωμένη και κριτικά αναλυόμενη. Η «ζωή» που αρχίζει με το αδηφάγο κατασπάραγμα των ανθρώπινων όντων, αναπτύσσεται κι εξελίσσεται σε κοινωνικά μορφώματα, ιδεολογικοποιείται και κατακυρώνεται μέσα από διακηρύξεις και όρους κοινωνικού συμβολαίου, καταλήγοντας μέσα από αιματηρούς πολέμους να υπηρετεί τους νόμους της κατανάλωσης, τη νομοτέλεια των αριθμών, την αλλοτρίωση του εαυτού και την κραυγή του μονήρους «λύκου» της αστικής στέπας. Νους και σώμα σε έναν αέναο αγώνα συνύπαρξης, επικράτησης, επικυριαρχίας επί του περιβάλλοντος -φυσικού και κοινωνικού.
Alarm, ο λόγος του πολιτισμού, ο λόγος της ιστορίας της ανθρωπότητας, ο λόγος της εκάστοτε εξουσίας, ιδωμένος μέσα από δύο ιστορικά πρόσωπα -Ελισάβετ και Μαρία Στιούαρτ. Ηγέτες που ερίζουν, κατασπαράσσονται, εναλλάσσονται και καταστρέφουν.
«Πότε;». Τότε και … τώρα. Τότε και … πάντοτε. Ο απλός πολίτης, ως επί τω πλείστον, παραμένει «αφηγητής» της Ιστορίας. Της ιστορίας που συνδιαμορφώνει και διαμορφώνεται απ’ αυτήν. Ρακένδυτος, αιμάσων, απορημένος και πλάνητας. Κι ο πλανήτης μονίμως σε κατάσταση «συναγερμού».
Amor, τι σημαίνει «αγάπη» στις αρχές του 21ου αιώνα; Χρήμα, κατανάλωση, κάλυψη πλαστών «αναγκών», παράλληλες πορείες αλλοτριωμένων σωμάτων που «πουλούν και αγοράζουν» τις «ευτυχισμένες μέρες» τους. Η διαφυλική σχέση πορεύεται αγκομαχώντας ανάμεσα στην α-νόητη λεκτική επικοινωνία και  στην απουσία σωματικής επαφής. Μόνο λέξεις και αριθμοί ανταλλάσσονται ανάμεσα στο ζευγάρι, σε ένα παραλήρημα που οδηγεί τον homo economicus «στης Ευρώπης τον πάτο», σ’ ένα εγκλωβισμένο «exit».
Encore, είναι η φετινή παράσταση του θεάτρου Άττις: Ακόμη μία φορά. Ξανά. Πάλι και πάλι. Να επαναληφθεί τι; Η «ζωή»; Ποια θα είναι η νέα αφετηρία της; Το αρσενικό και το θηλυκό αντιμέτωπα με την αρχετυπική κατάσταση του όντος, με την «αλήθεια» του: Αίμα. Το αίμα της γέννησης, το αίμα της ζωογόνου  καρδιάς, το αίμα της ερωτικής πράξης, το αίμα του πόνου, το αίμα της πληγής από τον άλλον, το αίμα του θανάτου. Ζωή και αίμα αλληλένδετα και αδιαχώριστα. Η ερωτική συνεύρεση και πράξη απο-καλύπτει το Είναι του όντος: ηδονή και οδύνη, υποταγή κι εξουσία, δράση κι αντίδραση, σώμα και σκέψη, χάδι και πληγή, διττότητα κι ενότητα, «ένα μαχαίρι δίχως λάμα που του λείπει η λαβή» (Γκέοργκ Λίχτενμπεργκ). Διάτρητο το σώμα από τις πληγές των αόρατων μαχαιριών.
Encore, λοιπόν. «Για να σου πω την αλήθεια, παιδί πρέπει να ξαναγίνω», διότι οι «λέξεις είναι φόβος. Ψέμα.» ισχυρίζεται ο συγγραφέας Θ. Τσαλαπάτης. Η συνειδητή επιστροφή στην παιδική ηλικία -ως μία κατάσταση του Είναι εγγύτερη στην αρχέγονη- ίσως είναι μία «νέα» αφετηρία. Encore, μια φορά ακόμη από την αρχή … σε μια απειρία διαδοχής κόσμων και μορφών, διατεμνόμενων και διασκορπιζόμενων, οι οποίοι ενοποιούνται στην «ερωτική» ολοποιητική διαδικασία νομοτελειακού (;) τύπου. Η αέναη, χωρίς νόημα επανάληψη της ζωής; Το Νιτσεϊκό «amor fati» συμπληρώνεται από τον συγγραφέα με την ειρωνική κατακλείδα «No trouble».
Αλλά το Encore ενέχει και τη σημασία του επι-φωνήματος ανκόρ. Ένα επιφώνημα που ακούγεται στο τέλος των παραστάσεων που επιτάσσει, σχεδόν, στον καλλιτέχνη να επαναλάβει μέρος του καλλιτεχνικού δρώμενου προς χάριν του κοινού. Ως τίτλος, υποδηλώνει, δηλαδή, την αέναη δημιουργία του καλλιτεχνικού γεγονότος -του θεάτρου Άττις συμπεριλαμβανομένου αλλά- και της Τέχνης γενικότερα. Ανκόρ στη Ζωή και ανκόρ στην Τέχνη.
Η Τριλογία καταλήγει, συνεπώς, σε μια κατάφαση. Με λόγο ποιητικό, ελλειπτικό και σημαίνοντα. Με τα σπαρασσόμενα σώματα των ηθοποιών (Σοφία Χιλλ, Αντώνης Μυριαγκός), να δια-σταυρώνονται, να ανα-τέμνονται, να ανασταίνονται, να συμπλέκονται και να αλληλοεισχωρούν διασπώντας τα όρια του σωματικού προς ένα αδιαίρετο όλον. Με απαράμιλλη δεξιότητα και ακρίβεια κινήσεων -μαχαίρια χρησιμοποιούνται ως προέκταση των χεριών και υποδήλωση συμπεριφορών-, με εκπληκτικές φωνητικές διαβαθμίσεις και κλιμακώσεις, και οι δύο ηθοποιοί υπερβαίνουν την υλική τους υπόσταση μετουσιωνόμενοι σε ένα σκηνικό όργανο, απόλυτης συμμετοχής και ενσυναίσθησης. Υπόκριση κραδασμών και δονήσεων που διαρρηγνύει τα όρια ανάμεσα στα «είδη» - φυσικά κι αισθητικά.
Ο μινιμαλισμός, η επιλεκτική χρήση δεσμών φωτός, που κατασκευάζουν διόδους και μονοπάτια, η επιλογή του σταυρού ως σημείο συνάντησης των προσώπων, -μαρτυρικό κι αναστάσιμο σύμβολο συγχρόνως-, το κουτί στο βάθος της σκηνής -μήτρα, λίκνο, κλίνη και τάφος- ως ο τόπος που διαχωρίζει (γέννηση), ενοποιεί (έρωτας) και αποσυνθέτει (θάνατος) τα σώματα (σκηνική εγκατάσταση Θ. Τερζόπουλος) εικονοποιώντας εν τέλει την ανθρώπινη διαδρομή. Μία ακόμα εντελής σκηνοθεσία.
Ανκόρ (Encore), λοιπόν, στη ζωή και στην Τέχνη με την επίγνωση της Ιστορίας του πολιτισμού που προηγήθηκε και της ιστορίας που διαδραματίζεται. Η επιστροφή στην παιδική ηλικία, αποκτά ίσως νόημα, μόνο μέσα από την αυτεπίγνωση -όπως επισημαίνει και ο συγγραφέας- του ότι «μέσα μας μεγαλώνει ένας νεκρός».

Η Εύη Προύσαλη είναι δρ Θεατρικών σπουδών και κριτικός θεάτρου

Δεν υπάρχουν σχόλια: