13/5/18

Ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης


ΤΟΥ ΜΑΣΣΙΜΟ ΚΑΤΣΟΥΛΟ

Ρένα Παπασπύρου, Αναβαθμοί, 2014-17, χαρτί, φωτοτυπία, χρώμα, φωτ.: Ελένη Λύρα


Για τον Αντώνη Φωστιέρη. Κριτικά κείμενα. Ανθολόγηση, Εισαγωγή, Επιμέλεια: Θεοδόσης Πυλαρινός, Εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία 2017, σελ. 478

Πρισματικός ποιητής ο Αντώνης Φωστιέρης, και άρα υπάρχουν πολλοί τρόποι κριτικής προσέγγισης στην ποιητική του: φιλοσοφικός, (μετα)ποιητικός, υπαρξιακός. Επιλέγω όμως τον γλωσσικό, ή, καλύτερα, τον στιχουργικό και λεκτικό τρόπο, γιατί αυτή είναι η πλευρά του πρίσματος όπου όλες οι εν λόγω συντεταγμένες συγκλίνουν.
Εκείνο που εκπλήσσει στο έργο του Φωστιέρη είναι η συνεχής προσπάθεια ν’ αποσπάσει την λέξη “από τον άξονα της χρησιμοθηρικής τ[η]ς υποτέλειας” (Ελύτης), ούτως ώστε να αποδεσμεύσει όλη τη λανθάνουσα ενέργειά της. Οι λέξεις δείχνουν έτσι την αμφισημία τους, τη ρευστή τους ουσία, πέρα από τη συμβατικότητα της ονοματολογίας.
Τι θα γίνει, επομένως, εάν αφήσουμε να πλέουν ελεύθερα οι σημασίες, αποσπασμένες από τις φλούδες των σημαινομένων (“Ύστερα έμαθα με φλούδες συλλαβών / Να φτιάνω πλοία [...] / Και τα ’ριχνα μες στο νεράκι που έφευγε – ”); Πώς ν΄ αντιμετωπίσουμε την αστάθεια των ονομάτων, δηλαδή της ύπαρξης; Είναι κάποια από τα ερωτήματα στα οποία ο ποιητής απαντά με την ίδια του την ποίηση. Ένα ποίημα, από τα Τοπία του Τίποτα (2013), αποτελεί σχεδόν το μανιφέστο μιας ποιητικής πορείας προς τον στόχο του “ποιείν”: “Αφού κανένας ορισμός / Δεν είναι οριστικός / Κι αφού απ΄ τις χίλιες εκδοχές / Καμιά δεν απαντάει / Τι να ΄ναι / Ποίημα, / Φαντάζομαι δεν θα βαρύνουν / Τρεις ακόμα λέξεις: / Ρυθμικά / Σκεπτόμενο / Αίσθημα”. Το σημασιολογικό βάρος βαραίνει στις τρεις τελευταίες λέξεις, που είναι συνάμα και τρεις μεμονωμένοι στίχοι. Ρυθμός, σκέψη, αίσθημα  είναι τα μόνα σταθερά μεγέθη, στην αλλιώς ρευστή ουσία του ποιήματος, που αποφεύγει κάθε οριστικό ορισμό.

Εδώ θα παραμερίσω τη σκέψη και το αίσθημα και θα εστιάσω την προσοχή μου στο πρώτο στοιχείο: στον ρυθμό, που ταυτίζεται με τη στιχουργία, με τη δομική ανάπτυξη του ποιήματος, γιατί η ποίηση του Φωστιέρη μιλά για τις διπολικές αντιθέσεις που κυβερνάνε την ύπαρξη: τη ζωή και τον θάνατο, τη μνήμη και τη λήθη, το παρόν και το μέλλον, ως μια ενδοσκόπηση στα σπλάχνα του ήχου που οι λέξεις κρύβουν μέσα τους, πριν βγουν στο φως χάρις στην ποίηση. “Άκουσε / Τους παφλασμούς, τα μουγκρητά ή τα κλάματα: / Με τέτοιους ήχους πλάστηκε ο κόσμος. Άκουσε / Το κρώξιμο − ή τον βρυχηθμό / Του λιονταριού που είναι ο κόσμος. Άκουσε / Το βουητό του ωκεανού…” (“Ο ήχος του κόσμου”).
Τι κρύβεται, λοιπόν, πίσω από τους στίχους; Ποια είναι, αλήθεια, η βαθύτερη ουσία του “ποιείν”; Ο Φωστιέρης αποθησαύρισε το μάθημα των Προσωκρατικών (πολλές οι μνείες και τα παραθέματα) και των μειζόνων ποιητών της ελληνικής λογοτεχνίας αφ΄ ενός, και αφ΄ ετέρου το δίδαγμα του Μαλλαρμέ, που στο δοκίμιό του “Αγγλικές Λέξεις” παρότρυνε τους ποιητές να ψάχνουν ηχηρές σχέσεις ανάμεσα στις λέξεις, ούτως ώστε να εκπηδούν καινοφανείς και πρωτότυπες ετυμολογίες και να βρει ο λόγος τη χαμένη μαγεία του. Π.χ. ο διφορούμενος τίτλος της συλλογής Πολύτιμη Λήθη είναι ενδεικτικός, γιατί δεν πρόκειται ούτε για διασκέδαση ούτε για λογοπαίγνιο, αλλά δείχνει “το αγώνισμα με την πολυσημία των λέξεων” (Πυλαρινός, στην εισαγωγή, σελ. 40): “Την λέξη που διστάζει αμφίσημη / Σε σκοινί τρόμου” (“Τα λόγια μένουν”).
Η ουσία του λόγου απορρέει με πολλούς τρόπους: με παρηχήσεις (“να τρέμει απ’ τη ρώμη των ρημάτων”, “οι στίχοι είναι στάχυα”), με αναγραμματισμούς (‘‘Τοπία του Τίποτα’’), με συλλαβόγριφους (“στό-μα στο μα-στό”), με ψευδοετυμολογικές συνδέσεις της λέξης (“ομιλία, ωμή λεία”), με ομόρριζα σχήματα (“τη νοσταλγία εκείνη τη νοστάλγησα”). Αλλού σφυροκοπά τις λέξεις στον άκμονα των ετυμολογιών (“ψυχή σημαίνει πεταλούδα”, “πνεύμα σημαίνει φύσημα”), ή παίζει στο κλαβιέ των ομόηχων σημαινομένων για να δημιoυργήσει σοφές αμφισημίες: “Μορς - μόρσιμον”, όπου η λέξη παραπέμπει και στα σήματα Morse και στο λατινικό mors (θάνατος). Έτσι, το ποίημα δομείται σε δύο επίπεδα: διηγητικό το πρώτο, συμβολικό το δεύτερο. Και ανάμεσα στα δύο επίπεδα, συνδετικός κρίκος ο ήχος, που είναι συνάμα σημαίνον και σημαινόμενο.
Ο ώριμος Φωστιέρης στη στιχουργία του είναι κληρονόμος της καθαρής ποίησης. Ο λόγος απογυμνώνεται, με την άκρας λιτότητας αποφθεγματική ρήση, το απόσπασμα λόγου, με τον ήχο και τη σιωπή να συμμερίζονται το σημασιολογικό βάρος του ποιήματος. Η τάση προς την απογύμνωση φτάνει στα άκρα στα Τοπία του Τίποτα, όπου η σιωπή είναι η άλλη πλευρά του Τίποτα. Ο κατακερματισμός του στίχου σε μικρές ενότητες επηρεάζει και τη συντακτική δομή του, επειδή τα θρύψαλα του στίχου διασκορπίζονται στις επόμενες στροφές και δημιουργούν διασκελισμούς και υπερβατά, λ. χ.: “Στην πιο πολύτιμη / Άπεφθη / Λυδία των πάντων / Λήθη” (“Τα γραπτά πετούν”), ή: “Και πριν προλάβουν / Να μας βρουν / Πάμε τρεχάτοι / Να κρυφτούμε / Στη σπηλιά των // σκεπασμάτων” (“Σαρκοβόρα δωματίου”).
Ο διασκελισμός είναι, κατά τον Κ. Βούλγαρη (“Ομόκεντροι αλλά φυγόκεντροι κύκλοι”, σελ. 259-61), ένας τρόπος να περιγράψουμε την ποιητική τέχνη του Φωστιέρη, “ως δομικό στοιχείο”, επειδή μέσω του σχήματος αυτού το ποίημα “αναφύεται εκ νέου, απροσδόκητα και συστηματικά”.
Όμως –και αυτό είναι χαρακτηριστικό αποτύπωμα της φωστιερικής ποιητικής– ο διασκελισμός “υπερβαίνει” συχνά το ποίημα, για να συνδέσει δύο ποιήματα μεταξύ τους σαν να συνεχίζεται ο λόγος εξ αποστάσεως. Για παράδειγμα, στη συλλογή Η σκέψη ανήκει στο πένθος (1996), το ποίημα “Ομοίωμα κελαηδισμού” αρχίζει με τους στίχους: “Μέσα στο ξύλο ένα στυφό πουλί / Κελαηδάει”. Και δυο ποιήματα παρακάτω, στο “Απολίθωμα ήχου”, διαβάζουμε: “Δυο ποιήματα περάσαν και / Αθέατο μέσα στο ξύλο ακούγεται ακόμη / Το κοτσύφι”. Το ίδιο σχήμα εμφανίζεται στην Πολύτιμη Λήθη, όπου η επανάληψη είναι συνάμα και ανακεφαλαίωση και εκ νέου εκκίνηση: “Ψυχή σημαίνει πεταλούδα”, “Πνεύμα σημαίνει φύσημα”  “Ψυχή σημαίνει πεταλούδα. / Πνεύμα σημαίνει φύσημα”. Εδώ η επανάληψη κλείνει το πρώτο μέρος της συλλογής, αφιερωμένο στην “ψυχή”.
Άλλο χαρακτηριστικό στίγμα της ποιητικής του Φωστιέρη είναι η εκτεταμένη χρήση ενός μεταφορικού συστήματος που λειτουργεί σαν αλληγορία. Συχνά οι αλληγορίες είναι μεταποιητικές ή μεταγλωσσικές: “(Ο Ρίλκε δεν σηκώνει πλέον μετασκευή. Για πέταμα. / Όμως του Πάουντ, λέει, στενεύουνε τα πέτα / Και στο μπλουτζίν του Γκίνσμπεργκ ταίριαξε σακάκι τουήντ / Αντί για τζάκετ)”. Η μεταποιητική αλληγορία, γεμάτη λεπτή ειρωνεία, απευθύνεται προς τις αδέξιες ποιητικές ανανεώσεις που επιχειρούν να βρουν καινοφανείς απαντήσεις σε μια προφανέστατη πραγματικότητα και αγνοούν ότι οι απαντήσεις έχουν ήδη βρεθεί εδώ και χρόνια: “Ποιο ένστικτο / Ρίχνει χαστούκι στα εύοσμα / Παιδιά της σημειολογίας / Που άφησαν / Σκανδαλωδώς να τους ξεφύγει το εμφανές;”. Γύρω από τέτοιες αλληγορίες οικοδομεί ο ποιητής την κεντρική ιδέα του ποιήματος και σ’ αυτήν κλείνει το μήνυμα που θέλει να μας κοινωνήσει.
Η εκτενής συλλογή κριτικών κειμένων Για τον Αντώνη Φωστιέρη (195 κείμενα ελλήνων μελετητών και συγγραφέων, συν 37 ξένων) είναι η μέχρι στιγμής καλύτερη χαρτογράφηση του ποιητικού ταξιδιού του Φωστιέρη. Μια πορεία που είμαστε σε θέση ν’ ακολουθήσουμε βήμα το βήμα χάρη στη χρονολογική σειρά των κειμένων και χάρη στην κατατοπιστική εισαγωγή “Η κριτική αποτίμηση της ποίησης του Α. Φ.”, του επιμελητή του έργου, Θεοδόση Πυλαρινού, εισαγωγή που ιχνογραφεί με κριτική οξυδέρκεια την πλήρη εικόνα της ποιητικής του Φωστιέρη, από Το Μεγάλο Ταξίδι (1971) έως τα Τοπία του Τίποτα (2013). Αυτό το πολύτιμο υλικό είναι η καλύτερη πυξίδα να προσανατολιστεί κανείς στο βαθυστόχαστο έργο ενός από τους σημαντικότερους νεοέλληνες ποιητές, στο γύρισμα του εικοστού προς τον εικοστό πρώτο αιώνα.

Ο Μάσσιμο Κατσούλο είναι κλασικός φιλόλογος και μεταφραστής νεοελληνικής λογοτεχνίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: